43 αποτελέσματα για «派»

派手 はで N3

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 φανταχτερός, επιδεικτικός, κραυγαλέος, έντονος

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα, παράταξη, κλίκα, παρέα, κύκλος
  2. 02 πολιτική παράταξη, πτέρυγα, στρατόπεδο
  3. 03 σχολή (σκέψης, ζωγραφικής κ.λπ.)
  4. 04 αίρεση, δόγμα, θρησκευτική κοινότητα
派遣 はけん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποστολή, διάθεση, τοποθέτηση
  2. 02 προσωρινός υπάλληλος, προσωρινός εργαζόμενος (ιδιαίτερα μέσω γραφείου εύρεσης προσωπικού)
派閥 はばつ

ουσιαστικό

  1. 01 κλίκα, φατρία, παράταξη
派生 はせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραγωγή
派閥争い はばつあらそい

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοπαραταξιακή διαμάχη, ενδοπαραταξιακή σύγκρουση, ανταγωνισμός μεταξύ παρατάξεων
派兵 はへい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποστολή στρατευμάτων
派手好き はでずき

επίθετο

  1. 01 φανταχτερός, εκκεντρικός, επιδεικτικός, που επιζητά την προσοχή
派出所 はしゅつじょ

ουσιαστικό

  1. 01 παράρτημα γραφείου
  2. 02 αστυνομικό φυλάκιο, τοπικό αστυνομικό τμήμα
派遣社員 はけんしゃいん

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινός υπάλληλος (ιδιαίτερα από πρακτορείο ευρέσεως εργασίας), έκτακτος εργαζόμενος, ενοικιαζόμενος υπάλληλος
派手派手しい はではでしい

επίθετο

  1. 01 φανταχτερός, κραυγαλέος, επιδεικτικός
派遣会社 はけんかいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρεία προσωρινής απασχόλησης, γραφείο ευρέσεως εργασίας
派遣軍 はけんぐん

ουσιαστικό

  1. 01 εκστρατευτικό σώμα
派手やか はでやか

επίθετο

  1. 01 εντυπωσιακός, φανταχτερός, επιδεικτικός
派閥抗争 はばつこうそう

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοπαραταξιακή διαμάχη (σύγκρουση), ανταγωνισμός μεταξύ παρατάξεων
派出 はしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποστολή, προώθηση
派手好み はでごのみ

επίθετο

  1. 01 φανταχτερός, υπερβολικός, επιδεικτικός, που επιδιώκει την προσοχή
派遣切り はけんぎり

ουσιαστικό

  1. 01 περικοπή προσωπικού μέσω της απόλυσης μερικώς απασχολούμενων και προσωρινών εργαζομένων
派遣隊 はけんたい

ουσιαστικό

  1. 01 απόσπασμα, σώμα
派出婦 はしゅつふ

ουσιαστικό

  1. 01 οικιακή βοηθός, καμαριέρα (σε καθεστώς παροχής υπηρεσιών κατ' οίκον)