52 αποτελέσματα για «浅»

浅い あさい N4

επίθετο

  1. 01 ρηχός, επιπόλαιος, επιφανειακός
  2. 02 ελαφρύς (για τραύμα, ύπνο), ανοιχτόχρωμος, αχνός (για χρώμα), ανεπαρκής (για γνώση)
  3. 03 σύντομος (για χρόνο), πρώιμος, νεαρός
浅はか あさはか

επίθετο

  1. 01 ρηχός, επιφανειακός, απερίσκεπτος, βραχυπρόθεσμος, ανόητος, χαζός
浅ましい あさましい N1

επίθετο

  1. 01 αθλιος, αξιοθρήνητος, επαίσχυντος, ποταπός, απεχθής, ευτελής
浅黒い あさぐろい

επίθετο

  1. 01 σταρένιος, μελαμψός, ηλιοκαμένος (για δέρμα, επιδερμίδα, κ.λπ.)
浅瀬 あさせ

ουσιαστικό

  1. 01 αβαθή, αμμοθίνες, ρηχά νερά, πέρασμα
浅慮 せんりょ

ουσιαστικό

  1. 01 απερισκεψία, αδιακρισία, έλλειψη σκέψης
浅薄 せんぱく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ρηχός, επιφανειακός
浅からぬ あさからぬ

άλλο

  1. 01 βαθύς (για συναισθήματα, σχέσεις, κ.λπ.)
浅知恵 あさぢえ

ουσιαστικό

  1. 01 ρηχή σκέψη, επιφανειακή άποψη, ανεπαρκής εξέταση
浅黄 あさぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτό κίτρινο
浅葱 あさぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτό γαλαζοπράσινο
浅見 せんけん

ουσιαστικό

  1. 01 ρηχή άποψη, επιφανειακή ιδέα
  2. 02 άποψη (κάποιου), ταπεινή γνώμη (κάποιου)
浅漬け あさづけ

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρώς παστωμένα λαχανικά
浅葱色 あさぎいろ

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτό κυανοπράσινο
浅海 せんかい

ουσιαστικό

  1. 01 ρηχή θάλασσα
浅学 せんがく

ουσιαστικό

  1. 01 ρηχή γνώση, επιφανειακή μάθηση
浅手 あさで

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρύ τραύμα, μικροτραυματισμός
浅葱 あさつき

ουσιαστικό

  1. 01 σχοινόπρασο (Allium schoenoprasum), σχοινόπρασα
浅緑 あさみどり

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτό πράσινο
浅蜊 あさり

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό αχιβάδι, ασαρί