25 αποτελέσματα για «漂»

漂う ただよう N1

ρήμα

  1. 01 παρασύρομαι, επιπλέω
  2. 02 αναδύομαι (για άρωμα), πλανιέμαι στον αέρα
  3. 03 επικρατώ (για ένα συναίσθημα ή διάθεση)
  4. 04 περιπλανιέμαι, περιφέρομαι άσκοπα
  5. 05 είμαι ασταθής, είμαι επισφαλής
  6. 06 διστάζω, ταλαντεύομαι, συσπώμαι, κάνω πίσω
  7. 07 ζω σε επισφαλείς συνθήκες
漂流 ひょうりゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρασυρμός, παραδέρσιμο, περιπλάνηση στο νερό
漂着 ひょうちゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξέβρασμα στην ακτή
漂泊 ひょうはく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιπλάνηση, αλητεία, περιπλανώμαι
  2. 02 επιπλέω (με το ρεύμα, με την παλίρροια, κ.λπ.)
漂白 ひょうはく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λεύκανση
漂流者 ひょうりゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ναυαγός, άτομο που παρασύρεται στη θάλασσα (επίσης αποκλεισμένος σε νησί)
漂流物 ひょうりゅうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ξερόξυλα, ναυάγια
漂わす ただよわす

ρήμα

  1. 01 αφήνω να παρασυρθεί, αφήνω ελεύθερο, λύνω και αφήνω να παρασυρθεί
漂白剤 ひょうはくざい

ουσιαστικό

  1. 01 λευκαντικό
漂浪 ひょうろう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιπλάνηση
漂流船 ひょうりゅうせん

ουσιαστικό

  1. 01 ακυβέρνητο πλοίο, πλοίο που παρασύρεται από τα ρεύματα
漂流記 ひょうりゅうき

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορία ναυαγού (π.χ. Ροβινσώνας Κρούσος), περιπετειώδες αφήγημα περιπλανώμενου
漂泊者 ひょうはくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 περιπλανώμενος, αλήτης
漂々 ひょうひょう

επίρρημα, άλλο

  1. 01 ανάλαφρα, αέρινα, με ελαφριά καρδιά
漂流木 ひょうりゅうぼく

ουσιαστικό

  1. 01 ξυλεία που παρασύρεται από τα κύματα
漂石 ひょうせき

ουσιαστικό

  1. 01 παγετωνικός ογκόλιθος, πλανητικός βράχος, περιπλανώμενο βραχώδες τεμάχιο
漂砂 ひょうさ

ουσιαστικό

  1. 01 άμμος μεταφερόμενη από τα ρεύματα
漂鳥 ひょうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 μεταναστευτικό πουλί
漂動 ひょうどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρέκκλιση (π.χ. σε συχνότητα)
漂失 ひょうしつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απομάκρυνση λόγω παρασυρμού (με αποτέλεσμα την απώλεια)