27 αποτελέσματα για «漏»

漏れる もれる N1

ρήμα

  1. 01 διαρρέω, διαφεύγω, περνάω, διαφαίνομαι, φιλτράρομαι
  2. 02 εκφράζομαι, ξεσπάω
  3. 03 διαρρέω, αποκαλύπτομαι, γνωστοποιούμαι
  4. 04 παραλείπομαι, αποκλείομαι, δεν περιλαμβάνομαι
漏らす もらす N1

ρήμα, επίθημα

  1. 01 αφήνω να διαρρεύσει, αφήνω να βγει (π.χ. φως)
  2. 02 αποκαλύπτω (ένα μυστικό), διαρρέω (πληροφορίες), μου διαφεύγει
  3. 03 εκφράζω (π.χ. τη δυσαρέσκειά μου), εκτονώνω, αποκαλύπτω (π.χ. τις αληθινές μου προθέσεις), βγάζω (π.χ. έναν αναστεναγμό)
  4. 04 βρέχω το παντελόνι μου
  5. 05 παραλείπω, αφήνω έξω
  6. 06 παραλείπω να κάνω, χάνω, ξεχνάω να κάνω
漏れ出す もれだす

ρήμα

  1. 01 διαρρέω, ξεφεύγω
漏れ聞く もれきく

ρήμα

  1. 01 κρυφακούω, μαθαίνω από φήμες, ακούω κάτι εξ ακοής, πληροφορούμαι από τρίτους
漏れ もれ

ουσιαστικό, αντωνυμία

  1. 01 διαρροή, διαφυγή
  2. 02 παράλειψη, αβλεψία
  3. 03 εγώ
漏洩 ろうえい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαρροή (μυστικών, πληροφοριών κ.λπ.), αποκάλυψη, κοινοποίηση
  2. 02 διαρροή (αερίου, υγρού κ.λπ.), απώλεια, εκροή (αερίου), διείσδυση (φωτός)
漏る もる N1

ρήμα

  1. 01 διαρρέω, τρέχω
漏斗 じょうご

ουσιαστικό

  1. 01 χοάνη
漏出 ろうしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαρροή, φυγή, εκροή
漏電 ろうでん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βραχυκύκλωμα, διαρροή ηλεκτρικού ρεύματος, ηλεκτρική βλάβη
漏れ伝わる もれつたわる

ρήμα

  1. 01 διαδίδεται, μεταφέρεται, διαρρέει, μεταδίδεται
漏れ落ちる もれおちる

ρήμα

  1. 01 στάζω, διαρρέω προς τα κάτω
  2. 02 παραλείπομαι, λείπω
漏水 ろうすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαρροή νερού
漏刻 ろうこく

ουσιαστικό

  1. 01 υδραυλικό ρολόι, κλεψύδρα
漏斗胸 ろうときょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοίλο στέρνο, χοανοειδές θώρακας
漏れなく もれなく

επίρρημα

  1. 01 χωρίς παράλειψη, πλήρως
漏話 ろうわ

ουσιαστικό

  1. 01 παράσιτα στην τηλεφωνική γραμμή, διασταυρούμενη συνομιλία
漏り もり

ουσιαστικό

  1. 01 διαρροή, εισροή (νερού της βροχής)
漏話結合 ろうわげつごう

ουσιαστικό

  1. 01 διαφωνία, διασταυρούμενη παρεμβολή
漏洩電流 ろうえいでんりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ρεύμα διαρροής