303 αποτελέσματα για «火»

N4

ουσιαστικό

  1. 01 φωτιά, φλόγα
火事 かじ N4

ουσιαστικό

  1. 01 πυρκαγιά, μεγάλη φωτιά
火をつける ひをつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανάβω φωτιά, βάζω φωτιά
  2. 02 πυροδοτώ (ένα γεγονός κ.λπ.), εξάπτω (μια κατάσταση κ.λπ.)
火花 ひばな N1

ουσιαστικό

  1. 01 σπίθα
火傷 やけど N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έγκαυμα, ζεμάτισμα
  2. 02 παθαίνω ζημιά, καίγομαι (π.χ. από κακή επένδυση ή παρέα)
火傷 かしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έγκαυμα
火照る ほてる

ρήμα

  1. 01 αισθάνομαι ζέστη, κοκκινίζω, καίγομαι
火力 かりょく

ουσιαστικό

  1. 01 θερμική ισχύς, θερμοχωρητικότητα
  2. 02 πυρ ισχύς

ουσιαστικό

  1. 01 Τρίτη
  2. 02 φωτιά (το δεύτερο από τα πέντε στοιχεία της φύσης)
火薬 かやく

ουσιαστικό

  1. 01 πυρίτιδα, μπαρούτι
火炎 かえん

ουσιαστικό

  1. 01 φλόγα, πυρκαγιά
火種 ひだね

ουσιαστικό

  1. 01 αναμμένα κάρβουνα (για το άναμμα της φωτιάς)
  2. 02 αιτία (αναταραχής, σύγκρουσης, κ.λπ.), αφορμή
火の粉 ひのこ

ουσιαστικό

  1. 01 σπίθες
火災 かさい N3

ουσιαστικό

  1. 01 πυρκαγιά, φωτιά
火がつく ひがつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 παίρνω φωτιά, αναφλέγομαι, ανάβω (π.χ. σπίρτο)
  2. 02 ξεσπώ (συναίσθημα, διαμάχη κ.λπ.), αναζωπυρώνομαι, ξεσπώ (διαμάχη, αναταραχή κ.λπ.), σημειώνω απότομη άνοδο (δημοτικότητα, μανία κ.λπ.)
火山 かざん N2

ουσιαστικό

  1. 01 ηφαίστειο
火球 かきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πύρινη σφαίρα
  2. 02 βολίδα, πύρινη σφαίρα
火花を散らす ひばなをちらす

άλλο, ρήμα

  1. 01 εκτοξεύω σπινθήρες, σπινθηρίζω
  2. 02 διαπληκτίζομαι έντονα, μάχομαι σκληρά
火の玉 ひのたま

ουσιαστικό

  1. 01 πύρινη σφαίρα, μπάλα φωτιάς
  2. 02 φωτοβολίδα (στοιχειωμένο φως πάνω από βάλτους)
火の手 ひのて

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 φλόγα, πυρκαγιά, φωτιά
  2. 02 επίθεση, επιθετικότητα