74 αποτελέσματα για «灰»

灰色 はいいろ N2

ουσιαστικό

  1. 01 γκρι, σταχτής
はい N3

ουσιαστικό

  1. 01 στάχτη, στάχτες
灰皿 はいざら N5

ουσιαστικό

  1. 01 σταχτοδοχείο
灰になる はいになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 γίνομαι στάχτη, αποτεφρώνομαι
灰燼 かいじん

ουσιαστικό

  1. 01 στάχτη, αποκαΐδια, ολοκληρωτική καταστροφή
灰汁 あく

ουσιαστικό

  1. 01 αλισίβα
  2. 02 στριφνή γεύση, πικρή γεύση, αλκαλική γεύση, στυφάδα
  3. 03 αφρός (σε σούπα, ζωμό κ.λπ.)
  4. 04 (υπερβολική) αυτοπεποίθηση, έντονη προσωπικότητα, έντονη ιδιοσυγκρασία
灰白色 かいはくしょく

ουσιαστικό

  1. 01 τεφρόλευκο, σταχτόλευκο
灰色狼 はいいろおおかみ

ουσιαστικό

  1. 01 γκρίζος λύκος (σαρκοφάγο θηλαστικό, Canis lupus lupus), λύκος
灰褐色 はいかっしょく

ουσιαστικό

  1. 01 σταχτοκάστανος, γκριζοκάστανος, καφεγκρίζος
灰塵 かいじん

ουσιαστικό

  1. 01 στάχτη και σκόνη
灰色熊 はいいろぐま

ουσιαστικό

  1. 01 γκρίζα αρκούδα (Ursus arctos horribilis)
灰青色 かいせいしょく

ουσιαστικό

  1. 01 σταχτογάλανος
灰緑色 かいりょくしょく

ουσιαστικό

  1. 01 σταχτοπράσινος
灰白 かいはく

ουσιαστικό

  1. 01 σταχτής, γκρίζος
灰神楽 はいかぐら

ουσιαστικό

  1. 01 σύννεφο στάχτης (που προκαλείται από το ρίξιμο νερού στη φωτιά)
灰吹き はいふき

ουσιαστικό

  1. 01 μπαμπού δοχείο για στάχτη τσιγάρου
灰猫 はいねこ

ουσιαστικό

  1. 01 γκρίζα γάτα
  2. 02 σταχτοβαμμένη γάτα
灰土 かいど

ουσιαστικό

  1. 01 στάχτη και χώμα, φτωχό ηφαιστειογενές έδαφος
灰色狐 はいいろぎつね

ουσιαστικό

  1. 01 γκρίζα αλεπού (Urocyon cinereoargenteus)
灰吹法 はいふきほう

ουσιαστικό

  1. 01 κυπέλλωση (διαδικασία διαχωρισμού πολύτιμων μετάλλων από βασικά μέταλλα με χρήση οξείδωσης)