23 αποτελέσματα για «珪»
珪砂 けいしゃ
ουσιαστικό
- 01 χαλαζιακή άμμος, πυριτική άμμος
珪藻 けいそう
ουσιαστικό
- 01 διατομο
珪石 けいせき
ουσιαστικό
- 01 πυριτία
珪藻土 けいそうど
ουσιαστικό
- 01 διατομίτης, γη διατόμων, πυριτούχος μάργα, κίζελγκουρ
珪肺 けいはい
ουσιαστικό
- 01 πυριτίαση
珪岩 けいがん
ουσιαστικό
- 01 χαλαζίτης
珪酸塩 けいさんえん
ουσιαστικό
- 01 πυριτικό άλας
珪質 けいしつ
ουσιαστικό
- 01 πυριτικός, πυριτιούχος
珪性肺塵症 けいせいはいじんしょう
ουσιαστικό
- 01 πνευμονοϋπερμικροσκοπικοπυριτιοηφαιστειοκονίαση, πνευμονοϋπερμικροσκοπικοπυριτιοηφαιστειοκονίαση
珪肺症 けいはいしょう
ουσιαστικό
- 01 πνευμονιοκονίαση από πυριτική σκόνη
珪質海綿 けいしつかいめん
ουσιαστικό
- 01 πυριτιούχος σπόγγος (κάθε σπόγγος εκτός εκείνων της ομοταξίας των ασβεστοσπόγγων)
珪化木 けいかぼく
ουσιαστικό
- 01 απολιθωμένο ξύλο
珪ニッケル鉱 けいニッケルこう
ουσιαστικό
- 01 γκαρνιερίτης
珪化物 けいかぶつ
ουσιαστικό
- 01 πυριτίδιο
珪質砂岩 けいしつさがん
ουσιαστικό
- 01 πυριτιούχος ψαμμίτης
珪長岩 けいちょうがん
ουσιαστικό
- 01 φελσίτης, πετρόφελσο
珪長質 けいちょうしつ
ουσιαστικό
- 01 φελεζικός, πυριτιούχος
珪線石 けいせんせき
ουσιαστικό
- 01 σιλιμανίτης
珪灰石 けいかいせき
ουσιαστικό
- 01 βολλαστονίτης
珪孔雀石 けいくじゃくせき
ουσιαστικό
- 01 χρυσόκολλα