54 αποτελέσματα για «球»

きゅう N3

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 σφαίρα, υδρόγειος, μπάλα, λάμπα
  2. 02 μπάλα, σφαίρα
  3. 03 μετρητική λέξη για ρίψεις (π.χ. στο μπέιζμπολ)
球体 きゅうたい

ουσιαστικό

  1. 01 σφαίρα, υδρόγειος, ουράνιο σώμα
  2. 02 μπάλα
球状 きゅうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 σφαιρικός, σφαιροειδής, σε σχήμα σφαίρας
球形 きゅうけい

ουσιαστικό

  1. 01 σφαιρικό σχήμα
球技大会 きゅうぎたいかい

ουσιαστικό

  1. 01 σχολικοί αγώνες ομαδικών αθλημάτων με μπάλα μεταξύ των τάξεων
球場 きゅうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 γήπεδο μπέιζμπολ, στάδιο μπέιζμπολ
球技 きゅうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι με μπάλα (π.χ. μπέιζμπολ, τένις, ποδόσφαιρο)
  2. 02 μπιλιάρδο
球団 きゅうだん

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα μπέιζμπολ
球根 きゅうこん N1

ουσιαστικό

  1. 01 βολβός (φυτού)
球速 きゅうそく

ουσιαστικό

  1. 01 ταχύτητα ρίψης, ταχύτητα μπάλας
球種 きゅうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 είδος ριπής, τύπος σερβίς
球拾い たまひろい

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογή μπαλών (κατά τη διάρκεια προπόνησης· στο τένις, το μπέιζμπολ κ.λπ.), η ανάληψη του ρόλου του παιδιού συλλογής μπαλών
  2. 02 παιδί συλλογής μπαλών, παίκτης (σε όμιλο τένις κ.λπ.) στον οποίο έχει ανατεθεί ο ρόλος του παιδιού συλλογής μπαλών
球面 きゅうめん

ουσιαστικό

  1. 01 σφαιρική επιφάνεια
  2. 02 σφαίρα
球威 きゅうい

ουσιαστικό

  1. 01 η δύναμη της ρίψης (του ρίπτη)
球児 きゅうじ

ουσιαστικό

  1. 01 έφηβος παίκτης του μπέιζμπολ, παίκτης του μπέιζμπολ στο λύκειο
球界 きゅうかい

ουσιαστικό

  1. 01 ο κόσμος του μπέιζμπολ
球筋 たますじ

ουσιαστικό

  1. 01 η πορεία μιας ριγμένης μπάλας
  2. 02 η τροχιά μιας χτυπημένης μπάλας (στο γκολφ, το τένις κ.ά.)
球審 きゅうしん

ουσιαστικό

  1. 01 διαιτητής βάσης, διαιτητής πίσω από την πλάκα
球技場 きゅうぎじょう

ουσιαστικό

  1. 01 γήπεδο για παιχνίδια με μπάλα, αθλητικός χώρος
球際 たまぎわ

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος της μπάλας, εστίαση στην μπάλα