35 αποτελέσματα για «琉»

琉球 りゅうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 Ριούκιου, αλυσίδα νοτιοδυτικών ιαπωνικών νησιών που αποτελούν τον Νομό Οκινάουα
琉球王国 りゅうきゅうおうこく

ουσιαστικό

  1. 01 Βασίλειο των Ριούκιου
琉球人 りゅうきゅうじん

ουσιαστικό

  1. 01 Ριουκιουανός (κάτοικος των Ριούκιου)
琉球国 りゅうきゅうこく

ουσιαστικό

  1. 01 Βασίλειο του Ριουκιού
琉球諸島 りゅうきゅうしょとう

ουσιαστικό

  1. 01 νησιά Ρίου Κίου, το νότιο σύμπλεγμα των νησιών Νανσέι που περιλαμβάνει τον νομό Οκινάουα
琉球料理 りゅうきゅうりょうり

ουσιαστικό

  1. 01 φαγητό των Ρίου Ρίου, παραδοσιακή κουζίνα των Ρίου Ρίου
琉球語 りゅうきゅうご

ουσιαστικό

  1. 01 γλώσσες Ρίου-Κίου
琉歌 りゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 οκιναουέζικη ποίηση σταθερής μορφής
琉球列島 りゅうきゅうれっとう

ουσιαστικό

  1. 01 νησιά Ρίου Κίου
琉球使節 りゅうきゅうしせつ

ουσιαστικό

  1. 01 αποστολή από το Ριούκιου στο Έντο
琉球古武術 りゅうきゅうこぶじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 ριακού κομπούτζουτσου, παραδοσιακές πολεμικές τέχνες των νησιών Ριούκιου
琉球出兵 りゅうきゅうしゅっぺい

ουσιαστικό

  1. 01 εισβολή στο Ρίου-Κίου (1609)
琉球芋 りゅうきゅういも

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκοπατάτα (Ipomoea batatas)
  2. 02 πατάτα (Solanum tuberosum)
琉球音階 りゅうきゅうおんかい

ουσιαστικό

  1. 01 κλίμακα Ρίουκιου (ημιτονική πεντατονική κλίμακα: ντο, μι, φα, σολ, σι)
琉球大学 りゅうきゅうだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο των Ριούκιου
琉球処分 りゅうきゅうしょぶん

ουσιαστικό

  1. 01 Ριουκιού σομπούν, βίαιη ενσωμάτωση της Οκινάουα στην Ιαπωνία, η οποία τερμάτισε τις φόρου υποτελείς σχέσεις της με την Κίνα και κατάργησε το Βασίλειο του Ριουκιού (1872-1879)
琉球銀行 りゅうきゅうぎんこう

ουσιαστικό

  1. 01 Τράπεζα των Ριούκιου
琉球藍 りゅうきゅうあい

ουσιαστικό

  1. 01 ινδικό φυτό ασαμ (στροβιλάνθης η κυανή)
琉球鮎 りゅうきゅうあゆ

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκόψαρο των Ριουκιού (Plecoglossus altivelis ryukyuensis)
琉球列島米国民政府 りゅうきゅうれっとうべいこくみんせいふ

ουσιαστικό

  1. 01 Πολιτική Διοίκηση των Ηνωμένων Πολιτειών για τα Νησιά Ρίου Κίου (1950-1972), USCAR