148 αποτελέσματα για «環»

環境 かんきょう N3

ουσιαστικό

  1. 01 περιβάλλον, περίγυρος, συνθήκες
かん

ουσιαστικό

  1. 01 δαχτυλίδι, στεφάνι, περιφέρεια
  2. 02 κρίκος
  3. 03 περί-
環状 かんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 δακτυλίωση, δακτυλιοειδές σχήμα, κυκλικό σχήμα
環境破壊 かんきょうはかい

ουσιαστικό

  1. 01 περιβαλλοντική καταστροφή
環境問題 かんきょうもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 περιβαλλοντικό πρόβλημα, περιβαλλοντικό ζήτημα
環境省 かんきょうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 Υπουργείο Περιβάλλοντος
環境保全 かんきょうほぜん

ουσιαστικό

  1. 01 περιβαλλοντική προστασία, περιβαλλοντική διατήρηση
環境整備 かんきょうせいび

ουσιαστικό

  1. 01 συντήρηση περιβάλλοντος, βελτίωση περιβάλλοντος
環状線 かんじょうせん

ουσιαστικό

  1. 01 κυκλική γραμμή, κυκλική διαδρομή (συγκοινωνία)
環境汚染 かんきょうおせん

ουσιαστικό

  1. 01 περιβαλλοντική ρύπανση
環境保護 かんきょうほご

ουσιαστικό

  1. 01 προστασία του περιβάλλοντος
環太平洋パートナーシップ協定 かんたいへいようパートナーシップきょうてい

ουσιαστικό

  1. 01 Συμφωνία Συνεργασίας των δύο πλευρών του Ειρηνικού, Στρατηγική Οικονομική Συμφωνία Συνεργασίας των δύο πλευρών του Ειρηνικού, TPP
環境変化 かんきょうへんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιβαλλοντική αλλαγή
環境大臣 かんきょうだいじん

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργός Περιβάλλοντος
環礁 かんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ατόλλη, κυκλικός κοραλλιογενής ύφαλος
環視 かんし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοιτάζω γύρω μου, παρατηρώ τον περίγυρο
環境保護団体 かんきょうほごだんたい

ουσιαστικό

  1. 01 περιβαλλοντική οργάνωση, περιβαλλοντική ομάδα
環境設定 かんきょうせってい

ουσιαστικό

  1. 01 διαμόρφωση (π.χ. υπολογιστή ή αρχείου), προτιμήσεις χρήστη, περιβάλλον συστήματος, ρύθμιση περιβάλλοντος
環境づくり かんきょうづくり

ουσιαστικό

  1. 01 δημιουργία (ευνοϊκού) περιβάλλοντος, προετοιμασία του εδάφους, προετοιμασία του σκηνικού
環状列石 かんじょうれっせき

ουσιαστικό

  1. 01 λιθόκυκλος, μεγαλιθικός κύκλος