97 αποτελέσματα για «田»

N3

ουσιαστικό

  1. 01 ρυζοχώραφο
田舎 いなか N4

ουσιαστικό

  1. 01 αγροτική περιοχή, εξοχή, επαρχία
  2. 02 πατρίδα, γενέτειρα
田舎者 いなかもの

ουσιαστικό

  1. 01 κάτοικος της υπαίθρου, χωρικός, επαρχιώτης, βλάχος, χωριάτης
田畑 たはた

ουσιαστικό

  1. 01 αγροί (ρυζιώνες και άλλες καλλιέργειες)
田んぼ たんぼ

ουσιαστικό

  1. 01 ορυζώνας, αγρός ρυζιού
田舎町 いなかまち

ουσιαστικό

  1. 01 επαρχιακή πόλη, αγροτική κωμόπολη
田園 でんえん N1

ουσιαστικό

  1. 01 ύπαιθρος, εξοχή, αγροτικές περιοχές
  2. 02 καλλιεργήσιμη γη, αγροί
田舎娘 いなかむすめ

ουσιαστικό

  1. 01 κοπέλα από την επαρχία
田舎道 いなかみち

ουσιαστικό

  1. 01 αγροτικός δρόμος
田園風景 でんえんふうけい

ουσιαστικό

  1. 01 αγροτικό τοπίο
田楽 でんがく

ουσιαστικό

  1. 01 τελετουργική μουσική και χορός σε ιερά και ναούς
  2. 02 χορός της ρυζοκαλλιέργειας, γιορτή του ρυζιού
  3. 03 τόφου (ή ψάρι κ.λπ.) ψημένο και καλυμμένο με πάστα μίσο
  4. 04 στριφογυρισμα κάποιου αντικειμένου με τον τρόπο που ψήνεται το ντενγκάκου-τόφου και από τις δύο πλευρές
田植え たうえ N2

ουσιαστικό

  1. 01 φύτευση ρυζιού
田舎暮らし いなかぐらし

ουσιαστικό

  1. 01 ζωή στην εξοχή, αγροτική ζωή
田舎育ち いなかそだち

ουσιαστικό

  1. 01 επαρχιώτης, αυτός που έχει μεγαλώσει στην επαρχία
田地 でんち

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιεργήσιμη γη, ορυζώνας
田野 でんや

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιεργήσιμοι αγροί, εξοχή
田舎臭い いなかくさい

επίθετο

  1. 01 χωριάτικος, απαίδευτος, επαρχιώτης, επαρχιώτικος, παλιομοδίτικος
田家 でんか

ουσιαστικό

  1. 01 αγροτική κατοικία
田舎侍 いなかざむらい

ουσιαστικό

  1. 01 επαρχιώτης σαμουράι (ακαλλιέργητος)
田舎家 いなかや

ουσιαστικό

  1. 01 αγροικία, εξοχική κατοικία