33 αποτελέσματα για «祭»

祭り まつり

ουσιαστικό

  1. 01 πανηγύρι, γιορτή, φεστιβάλ, ματσούρι
  2. 02 στοχοποίηση από διαδικτυακό πλήθος, διαδικτυακή διαπόμπευση, επιθετικά σχόλια
  3. 03 σε αφθονία (όπως στο «άφθονα γκολ»), φρενίτιδα, μανία
祭壇 さいだん

ουσιαστικό

  1. 01 βωμός
祭る まつる N2

ρήμα

  1. 01 θεοποιώ, εγκαθιδρύω σε ναό
  2. 02 προσεύχομαι, λατρεύω
祭典 さいてん

ουσιαστικό

  1. 01 γιορτή, φεστιβάλ
祭り上げる まつりあげる

ρήμα

  1. 01 ανυψώνω κάποιον σε υψηλή θέση (συχνά τιμητικά ή για να τον απομακρύνω από την πραγματική εξουσία)
  2. 02 θεοποιώ, λατρεύω
  3. 03 κολακεύω, υμνώ
祭事 さいじ

ουσιαστικό

  1. 01 γιορτή, τελετές, τελετουργικό
祭祀 さいし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τελετουργία, θρησκευτική τελετή, φεστιβάλ
祭司 さいし

ουσιαστικό

  1. 01 ιερέας
祭礼 さいれい

ουσιαστικό

  1. 01 θρησκευτική γιορτή
祭儀 さいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 τελετές, τελετουργικό
祭日 さいじつ N2

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημη αργία, ημέρα εορτασμού
祭神 さいじん

ουσιαστικό

  1. 01 ενθρονισμένη θεότητα
祭具 さいぐ

ουσιαστικό

  1. 01 εξοπλισμός που χρησιμοποιείται σε τελετουργία, τελετουργικό αντικείμενο
祭文 さいぶん

ουσιαστικό

  1. 01 προσευχή προς τις θεότητες, είδος άσματος που διαδόθηκε από τους ερημίτες των βουνών στους λαϊκούς κατά την περίοδο Καμακούρα
祭殿 さいでん

ουσιαστικό

  1. 01 ιερό, ναός
祭囃子 まつりばやし

ουσιαστικό

  1. 01 παραδοσιακή μουσική φεστιβάλ (ματσουριμπαγιάσι)
祭服 さいふく

ουσιαστικό

  1. 01 ιερατική αμφίεση που φοριέται από ιερείς και βοηθούς (σίντο, χριστιανικά κ.ά.)
祭器 さいき

ουσιαστικό

  1. 01 ιερό σκεύος, εξοπλισμός που χρησιμοποιείται σε τελετουργίες
祭式 さいしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετές, τελετουργικά
祭場 さいじょう

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος τελετής