73 αποτελέσματα για «科»
科学 かがく N4
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιστήμη
- 02 σκέφτομαι επιστημονικά
科 か
ουσιαστικό
- 01 τμήμα (πανεπιστημίου ή νοσοκομείου)
- 02 μάθημα, κλάδος σπουδών, ειδίκευση
- 03 οικογένεια
科学者 かがくしゃ
ουσιαστικό
- 01 επιστήμονας
科学的 かがくてき
επίθετο
- 01 επιστημονικός
科目 かもく N3
ουσιαστικό
- 01 σχολικό μάθημα, διδακτικό αντικείμενο, πρόγραμμα σπουδών
- 02 στοιχείο, επικεφαλίδα, εγγραφή
科学技術 かがくぎじゅつ
ουσιαστικό
- 01 επιστήμη και τεχνολογία, τεχνολογία, επιστημονικές τεχνικές
科す かす
ρήμα
- 01 επιβάλλω (πρόστιμο κ.λπ.)
科学力 かがくりょく
ουσιαστικό
- 01 επιστημονική ικανότητα, επιστημονική δυνατότητα (π.χ. ενός μαθητή), επιστημονική ισχύς (π.χ. μιας χώρας), επίπεδο τεχνολογικής ανάπτυξης
科白 かはく
ουσιαστικό
- 01 κινήσεις και λόγια (ενός ηθοποιού), τα λόγια κάποιου
科する かする
ρήμα
- 01 επιβάλλω (πρόστιμο κ.λπ.)
科 しな
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνική φιλύρα
科捜研 かそうけん
ουσιαστικό
- 01 δικαστικός ερευνητής, ερευνητής σκηνής εγκλήματος
科学捜査 かがくそうさ
ουσιαστικό
- 01 επιστημονική εξιχνίαση εγκλήματος, ιατροδικαστική έρευνα
科学的根拠 かがくてきこんきょ
ουσιαστικό
- 01 επιστημονική βάση, επιστημονικό θεμέλιο, επιστημονικά ερείσματα
科学雑誌 かがくざっし
ουσιαστικό
- 01 περιοδικό επιστήμης
科学知識 かがくちしき
ουσιαστικό
- 01 επιστημονική γνώση
科学研究所 かがくけんきゅうじょ
ουσιαστικό
- 01 επιστημονικό ινστιτούτο, επιστημονικό εργαστήριο
科学研究 かがくけんきゅう
ουσιαστικό
- 01 επιστημονική έρευνα
科学館 かがくかん
ουσιαστικό
- 01 μουσείο επιστημών
科学主義 かがくしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 επιστημονισμός