68 αποτελέσματα για «給»
給料 きゅうりょう N3
ουσιαστικό
- 01 μισθός, αμοιβή
給仕 きゅうじ N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σερβίρισμα σε τραπέζι, προσφορά φαγητού (στο δείπνο)
- 02 σερβιτόρος, σερβιτόρα, προσωπικό εστίασης, καμαρότος, αχθοφόρος ξενοδοχείου, ακόλουθος, παιδί για θελήματα
- 03 κλητήρας γραφείου, υπάλληλος γραφείου
給う たまう N1
ρήμα, επίθημα
- 01 δίνω, προσφέρω (τιμητικό)
- 02 κάνω (κάτι ευγενικά)
給金 きゅうきん
ουσιαστικό
- 01 μισθός, αμοιβή
給食 きゅうしょく N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παροχή μεσημεριανού γεύματος (π.χ. σε γραφείο, σχολείο, κ.λπ.), παροχή φαγητού, υπηρεσία σίτισης
給 きゅう
ουσιαστικό
- 01 μισθός, αμοιβή
給与 きゅうよ N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μισθός, αμοιβή, αποδοχές
- 02 επίδομα, επιχορήγηση, προμήθεια, παροχή
給湯室 きゅうとうしつ
ουσιαστικό
- 01 κουζινάκι γραφείου, δωμάτιο με παροχές για τον βρασμό νερού
給水 きゅうすい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υδροδότηση, παροχή νερού, συμπλήρωση νερού
給料日 きゅうりょうび
ουσιαστικό
- 01 ημέρα πληρωμής
給水塔 きゅうすいとう
ουσιαστικό
- 01 υδατόπυργος
給う たもう
ρήμα, επίθημα
- 01 δίνω
- 02 πράττω
給付 きゅうふ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παροχή χρημάτων ή αγαθών, εφοδιασμός, απονομή, πληρωμή, παράδοση, επίδομα
給油 きゅうゆ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανεφοδιασμός καυσίμων (αυτοκινήτου, αεροπλάνου, κ.λπ.)
- 02 λίπανση (μηχανής), λάδωμα
給食費 きゅうしょくひ
ουσιαστικό
- 01 αντίτιμο σχολικού γεύματος (συνήθως στο σχολείο), δίδακτρα για το σχολικό γεύμα
給付金 きゅうふきん
ουσιαστικό
- 01 κρατικό επίδομα, οικονομική ενίσχυση, παροχή (κοινωνικής ασφάλισης), δικαιούμενο ποσό
給湯 きゅうとう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παροχή ζεστού νερού
給湯器 きゅうとうき
ουσιαστικό
- 01 θερμοσίφωνας, λέβητας (οικιακός)
給食当番 きゅうしょくとうばん
ουσιαστικό
- 01 υπεύθυνος για τη διανομή και τον καθαρισμό του σχολικού γεύματος
給餌 きゅうじ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τάισμα (ενός ζώου)