83 αποτελέσματα για «網»

あみ N1

ουσιαστικό

  1. 01 δίχτυ, πλέγμα
  2. 02 ιστός
もう

επίθημα

  1. 01 δίκτυο
網膜 もうまく

ουσιαστικό

  1. 01 αμφιβληστροειδής
網羅 もうら

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμπεριληπτικός, που καλύπτει τα πάντα εξαντλητικά, που περιλαμβάνει τα πάντα, περιεκτικός
網の目 あみのめ

ουσιαστικό

  1. 01 μάτι (διχτυού)
網目 あみめ

ουσιαστικό

  1. 01 πλέγμα (διχτυού)
  2. 02 ημιτόνος (εκτύπωση)
網戸 あみど

ουσιαστικό

  1. 01 σήτα παραθύρου, σήτα εντόμων, κουνουπιέρα, σήτα, σήτα πόρτας
網棚 あみだな

ουσιαστικό

  1. 01 ράφι αποσκευών (πάνω από τα καθίσματα σε τρένο, λεωφορείο κ.λπ.)
網目状 あみめじょう

ουσιαστικό

  1. 01 δικτυωτός, πλεγματικός, σπογγώδης, κενωματώδης, δικτυοειδής, δικτυωμένος, διακλαδισμένος
網タイツ あみタイツ

ουσιαστικό

  1. 01 δικτυωτό καλσόν
網状 もうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 δικτυωτός, πλεγματικός, δικτυωμένος, αγγειακός
網代 あじろ

ουσιαστικό

  1. 01 ψαθωτό πλέγμα
網代 あみしろ

ουσιαστικό

  1. 01 μοίρασμα των ψαριών μιας ψαριάς
網焼き あみやき

ουσιαστικό

  1. 01 ψήσιμο στη σχάρα, ψήσιμο στα κάρβουνα
網羅的 もうらてき

επίθετο

  1. 01 περιεκτικός, εξαντλητικός, εγκυκλοπαιδικός, σφαιρικός
網元 あみもと

ουσιαστικό

  1. 01 παραδοσιακός αρχηγός αλιείας (που παρείχε εξοπλισμό και μερικές φορές κατάλυμα με αντάλλαγμα εργασία), αφεντικό των ψαράδων
  2. 02 κεντρικό τμήμα αλιευτικού διχτυού
網漁 あみりょう

ουσιαστικό

  1. 01 αλιεία με δίχτυα
網を打つ あみをうつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 ρίχνω δίχτυ
網代笠 あじろがさ

ουσιαστικό

  1. 01 κωνικό ψάθινο καπέλο από πλέγμα
網袋 あみぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 δίχτυ, δικτυωτή τσάντα