63 αποτελέσματα για «育»

育てる そだてる N4

ρήμα

  1. 01 μεγαλώνω, ανατρέφω
  2. 02 εκπαιδεύω, διδάσκω
  3. 03 καλλιεργώ, αναπτύσσω, προωθώ
育つ そだつ N3

ρήμα

  1. 01 ανατρέφομαι, μεγαλώνω, αναπτύσσομαι
育ち そだち N1

ουσιαστικό

  1. 01 ανάπτυξη, ανατροφή
  2. 02 μεγάλωμα, ανατροφή
育成 いくせい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανατροφή, εκπαίδευση, καλλιέργεια, ανάπτυξη, προώθηση
育む はぐくむ

ρήμα

  1. 01 ανατρέφω, μεγαλώνω
  2. 02 καλλιεργώ, ενισχύω, αναπτύσσω
育て上げる そだてあげる

ρήμα

  1. 01 ανατρέφω, μεγαλώνω (μέχρι την ωριμότητα), εκπαιδεύω
育児 いくじ N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φροντίδα παιδιού, ανατροφή, ανατροφή παιδιού, μεγάλωμα
育て方 そだてかた

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος ανατροφής, τρόπος εκτροφής
育ての親 そだてのおや

ουσιαστικό

  1. 01 θετοί γονείς, ανάδοχοι γονείς
育ち盛り そだちざかり

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος ανάπτυξης (στα παιδιά)
育て そだて

ουσιαστικό

  1. 01 ανατροφή, εκτροφή, καλλιέργεια
育休 いくきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 γονική άδεια, άδεια ανατροφής τέκνου
育ちが悪い そだちがわるい

άλλο, επίθετο

  1. 01 κακομαθημένος, αγενής, ανεκπαίδευτος
育ちのいい そだちのいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 καλοαναθρεμμένος, ευγενής
育ちがいい そだちがいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 καλοαναθρεμμένος, με καλή ανατροφή
育ちすぎる そだちすぎる

ρήμα

  1. 01 παραμεγαλώνω, αναπτύσσομαι υπερβολικά
育毛剤 いくもうざい

ουσιαστικό

  1. 01 σκευάσματα για την τριχοφυΐα, παράγοντες για την τριχοφυΐα
育児休暇 いくじきゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 γονική άδεια, άδεια μητρότητας, άδεια πατρότητας
育児ノイローゼ いくじノイローゼ

ουσιαστικό

  1. 01 νεύρωση της μητρότητας, νευρωτικό στρες λόγω ανατροφής παιδιού
育毛 いくもう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποκατάσταση τριχοφυΐας, ανάπτυξη νέων μαλλιών