28 αποτελέσματα για «膣»
膣 ちつ
ουσιαστικό
- 01 κόλπος
膣内 ちつない
ουσιαστικό
- 01 ενδοκολπικός
膣口 ちつこう
ουσιαστικό
- 01 είσοδος του κόλπου
膣壁 ちつへき
ουσιαστικό
- 01 κολπικό τοίχωμα
膣内射精 ちつないしゃせい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ενδοκολπική εκσπερμάτιση
膣圧 ちつあつ
ουσιαστικό
- 01 κολπική σύσφιξη, κολπική πίεση
膣前庭 ちつぜんてい
ουσιαστικό
- 01 κολπικός πρόδρομος, πρόδρομος του αιδοίου
膣液 ちつえき
ουσιαστικό
- 01 κολπικές εκκρίσεις (κατά τη σεξουαλική διέγερση), κολπικό λιπαντικό
膣外射精 ちつがいしゃせい
ουσιαστικό
- 01 εκσπερμάτιση εκτός κόλπου
膣分泌液 ちつぶんぴつえき
ουσιαστικό
- 01 κολπικές εκκρίσεις (κατά τη σεξουαλική διέγερση), κολπικό λιπαντικό
膣鏡 ちつきょう
ουσιαστικό
- 01 κολποδιαστολέας, κολποσκόπιο
膣痙攣 ちつけいれん
ουσιαστικό
- 01 κολποσπασμός, σπασμός του κόλπου
膣がん ちつがん
ουσιαστικό
- 01 καρκίνος του κόλπου
膣排気音 ちつはいきおん
ουσιαστικό
- 01 κολπικός αερισμός, κολπικός μετεωρισμός
膣カンジダ症 ちつカンジダしょう
ουσιαστικό
- 01 κολπική καντιντίαση, μυκητιασική λοίμωξη, καντιντίαση
膣炎 ちつえん
ουσιαστικό
- 01 κολπίτιδα
膣トリコモナス症 ちつトリコモナスしょう
ουσιαστικό
- 01 κολπική τριχομονάδωση
膣垢 ちつこう
ουσιαστικό
- 01 κολπικό επίχρισμα
膣閉鎖症 ちつへいさしょう
ουσιαστικό
- 01 ατρησία του κόλπου
膣錠 ちつじょう
ουσιαστικό
- 01 κολπικό δισκίο