120 αποτελέσματα για «船»
船 ふね
ουσιαστικό, άλλο
- 01 πλοίο, σκάφος, βάρκα, υδροπλάνο
- 02 δεξαμενή, λεκάνη, κάδος, σκάφη
- 03 μετρητική λέξη για δοχεία σε σχήμα βάρκας (π.χ. για σασίμι)
船 せん
ουσιαστικό
- 01 πλοίο, σκάφος, βάρκα
船長 せんちょう
ουσιαστικό
- 01 καπετάνιος πλοίου, πλοίαρχος
- 02 μήκος πλοίου
- 03 βαρκάρης
船内 せんない
ουσιαστικό
- 01 εντός πλοίου, στο εσωτερικό του πλοίου
船体 せんたい
ουσιαστικό
- 01 κύτος πλοίου
船員 せんいん
ουσιαστικό
- 01 ναύτης, ναυτικός, θαλασσινός
船乗り ふなのり
ουσιαστικό
- 01 ναυτικός, ναύτης
船室 せんしつ
ουσιαστικό
- 01 καμπίνα, θαλαμίσκος
船団 せんだん
ουσιαστικό
- 01 στόλος (αλιευτικός, ναυτικός, κλπ.), νηοπομπή, ομάδα πλοίων
船頭 せんどう
ουσιαστικό
- 01 βαρκάρης, πορθμεύς
船上 せんじょう
ουσιαστικό
- 01 πάνω σε πλοίο, εντός πλοίου
船首 せんしゅ
ουσιαστικό
- 01 πλώρη (σκάφους), πρώρα, πλωριό τμήμα, κεφαλή
船舶 せんぱく N1
ουσιαστικό
- 01 πλοίο, σκάφος, ναυτιλία, θαλάσσιο μέσο
船旅 ふなたび
ουσιαστικό
- 01 ταξίδι με πλοίο, θαλάσσιο ταξίδι, ταξίδι με πλοίο, κρουαζιέρα
船底 せんてい
ουσιαστικό
- 01 πρύμνη, τρόπιδα (κάτω μέρος του πλοίου), σεντίνα
船酔い ふなよい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ναυτία
船尾 せんび
ουσιαστικό
- 01 πρύμνη
船着き場 ふなつきば
ουσιαστικό
- 01 λιμάνι, αποβάθρα, σημείο αποβίβασης, προβλήτα, αγκυροβόλιο
船橋 ふなばし
ουσιαστικό
- 01 πλωτή γέφυρα
- 02 γέφυρα πλοίου
船出 ふなで
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απόπλους, αναχώρηση πλοίου
- 02 νέο ξεκίνημα, ανάληψη νέου εγχειρήματος