116 αποτελέσματα για «良»
良い よい N3
επίθετο, επίθημα
- 01 καλός, άριστος, εξαιρετικός, ωραίος, ευχάριστος
- 02 επαρκής, αρκετός, έτοιμος, προετοιμασμένος
- 03 κερδοφόρος, επικερδής (για συμφωνία, επαγγελματική προσφορά κ.λπ.), επωφελής, ωφέλιμος
- 04 εντάξει, μια χαρά, κανένα πρόβλημα, δεν πειράζει
- 05 εύκολος (για να γίνει κάτι)
良く よく
επίρρημα
- 01 καλά, σωστά, επιδέξια
- 02 συχνά
- 03 χαίρομαι που, σε ευχαριστώ που
- 04 έχεις το θράσος να, πώς μπορείς να
良くなる よくなる
άλλο, ρήμα
- 01 βελτιώνομαι, γίνομαι καλύτερος
良いこと よいこと
άλλο, ουσιαστικό, επιφώνημα
- 01 καλό πράγμα, ευχάριστο γεγονός
- 02 καλή δικαιολογία, βάσιμος λόγος, καλή ευκαιρία
- 03 επιφώνημα που χρησιμοποιείται για την εμπέδωση μιας ιδέας ή για την προτροπή μιας απόκρισης
良好 りょうこう N1
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 καλός, εξαιρετικός, ευνοϊκός, ικανοποιητικός
良心 りょうしん N1
ουσιαστικό
- 01 συνείδηση
良 りょう
ουσιαστικό
- 01 καλός (ποιότητα, κατάσταση, κ.λπ.)
- 02 καλός (βαθμός), βήτα
良き よき
ουσιαστικό, άλλο
- 01 καλοσύνη, αρετή
- 02 καλός, αγαθός
良し よし N1
άλλο
- 01 καλός, εξαιρετικός, ωραίος, ευχάριστος, ευάρεστος
良しとする よしとする
άλλο, ρήμα
- 01 θεωρώ αποδεκτό, εγκρίνω, εκτιμώ, θεωρώ κάτι ως καλό
良くも悪くも よくもわるくも
άλλο
- 01 είτε για καλό είτε για κακό, ανεξαρτήτως αξίας, από κάθε άποψη
良識 りょうしき N1
ουσιαστικό
- 01 ορθή κρίση, κοινή λογική
良質 りょうしつ N1
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 καλή ποιότητα, εξαιρετική ποιότητα, ανώτερη ποιότητα, υψηλή ποιότητα
良からぬ よからぬ
άλλο
- 01 κακός, λανθασμένος, μοχθηρός, ακατάλληλος, αξιοκατάκριτος
良家 りょうけ
ουσιαστικό
- 01 καλή οικογένεια, ευυπόληπτη οικογένεια, αξιοπρεπής οικογένεια
良し悪し よしあし
ουσιαστικό
- 01 σωστό ή λάθος, καλό ή κακό, ποιότητα, καταλληλότητα
- 02 συνδυασμός πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων, έχων τόσο θετικά όσο και αρνητικά σημεία
良心的 りょうしんてき
επίθετο
- 01 συνειδητός, λογικός (π.χ. τιμή), τίμιος, αξιοπρεπής
良くする よくする
ρήμα
- 01 βελτιώνω, κάνω καλό
- 02 κάνω συχνά
- 03 συμπεριφέρομαι καλά σε κάποιον, φέρομαι με καλοσύνη, εξυπηρετώ καλά
良くある よくある
άλλο, ρήμα
- 01 συμβαίνω συχνά, εμφανίζομαι κατά κόρον, είμαι κοινός, είμαι δημοφιλής
良心の呵責 りょうしんのかしゃく
άλλο, ουσιαστικό
- 01 τύψεις συνείδησης