123 αποτελέσματα για «若»
若し もし
επίρρημα
- 01 αν, σε περίπτωση που, υποθέτοντας ότι
若い わかい N5
επίθετο
- 01 νέος, νεανικός
- 02 ανώριμος, άπειρος
- 03 χαμηλός, μικρός
若しかして もしかして
επίρρημα
- 01 μήπως, ίσως, ενδεχομένως, αν δεν κάνω λάθος
- 02 αν, σε περίπτωση που, εφόσον
若しかしたら もしかしたら
άλλο, επίρρημα
- 01 ίσως, μπορεί, ενδεχομένως, κατά τύχη, στην περίπτωση που
若しも もしも
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 αν, σε περίπτωση που, υποθέτοντας ότι
- 02 χειρότερη περίπτωση, απρόοπτο, απρόβλεπτο γεγονός
若者 わかもの
ουσιαστικό
- 01 νέος, νεαρός, νέοι, νεολαία
若干 じゃっかん N1
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 μερικοί, λίγοι, αρκετοί, μια μικρή ποσότητα
- 02 κάπως, σε κάποιο βαθμό, λίγο
若干 そこばく
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 κάποιος, λίγος, μερικός, μικρός αριθμός
- 02 κάπως, σε κάποιο βαθμό, λιγάκι
- 03 πολύς, αρκετός, πάρα πολύς
若しかすると もしかすると
επίρρημα
- 01 ίσως, πιθανώς, ενδεχομένως, ενδεχομένως κατά τύχη
若き わかき
ουσιαστικό, άλλο
- 01 νέος, νεολαία
- 02 νέος
若い頃 わかいころ
άλλο, ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 τα νεανικά χρόνια, η πρώιμη ζωή, η νεότητα
若手 わかて
ουσιαστικό
- 01 νέος άνθρωπος
若造 わかぞう
ουσιαστικό
- 01 νεαρός, νεοφώτιστος, αρχάριος, άπειρος
若々しい わかわかしい N2
επίθετο
- 01 νεανικός, νέος, με νεανική εμφάνιση
若 わか
ουσιαστικό
- 01 νεότητα
- 02 παιδί (ιδίως ο νεαρός γιος κάποιου υψηλής κοινωνικής θέσης)
- 03 νεαρός, καινούργιος
若くして わかくして
άλλο
- 01 σε νεαρή ηλικία, όσο είναι ακόμα νέος
若い者 わかいもの
άλλο, ουσιαστικό
- 01 νέος, νέοι άνθρωποι, νεολαία, παιδιά
- 02 νεαρός υπάλληλος, νεαρός υπηρέτης, νεαρός ακόλουθος
若葉 わかば
ουσιαστικό
- 01 νεαρά φύλλα, φρέσκο πράσινο
若返る わかがえる
ρήμα
- 01 αναζωογονούμαι, νιώθω πάλι νέος
若く見える わかくみえる
άλλο, ρήμα
- 01 φαίνομαι νέος, δείχνω νέος