26 αποτελέσματα για «菜»

ουσιαστικό

  1. 01 πρασινάδες, λαχανικά
  2. 02 νάπη (Brassica napus), ελαιοκράμβη
菜園 さいえん

ουσιαστικό

  1. 01 λαχανόκηπος
菜の花 なのはな

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 άνθη ελαιοκράμβης
さい

ουσιαστικό

  1. 01 συνοδευτικό πιάτο
菜箸 さいばし

ουσιαστικό

  1. 01 μακριά ξυλάκια φαγητού (για το μαγείρεμα, το σερβίρισμα, κ.λπ.)
菜っ葉 なっぱ

ουσιαστικό

  1. 01 φυλλώδες λαχανικό, χόρτα
  2. 02 φύλλα λαχανικών
菜種 なたね

ουσιαστικό

  1. 01 ελαιοκράμβη
菜食主義 さいしょくしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 χορτοφαγία
菜食 さいしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χορτοφαγική διατροφή
菜種油 なたねあぶら

ουσιαστικό

  1. 01 κραμβέλαιο
菜食主義者 さいしょくしゅぎしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 χορτοφάγος
菜飯 なめし

ουσιαστικό

  1. 01 ρύζι μαγειρεμένο με χόρτα
菜切り包丁 なきりぼうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 νακίρι μποουτσό, μαχαίρι λαχανικών
菜っ葉服 なっぱふく

ουσιαστικό

  1. 01 γαλάζια φόρμα εργασίας, φόρμα εργάτη
菜類 なるい

ουσιαστικό

  1. 01 βρώσιμα χόρτα, φυλλώδη λαχανικά, λαχανικά
菜漬け なづけ

ουσιαστικό

  1. 01 λαχανικά τουρσί σε αλάτι (μιζούνα, φύλλα μουστάρδας κ.λπ.)
菜豆 さいとう

ουσιαστικό

  1. 01 φασόλι, νεφροειδές φασόλι
菜切り なきり

ουσιαστικό

  1. 01 μαχαίρι νακίρι, μαχαίρι κοπής λαχανικών
  2. 02 κοπή λαχανικών
菜種梅雨 なたねづゆ

ουσιαστικό

  1. 01 παρατεταμένη περίοδος βροχοπτώσεων στις αρχές της άνοιξης
菜心 さいしん

ουσιαστικό

  1. 01 τσόι σαμ (Brassica rapa var. parachinensis), κινεζικό ανθοφόρο λάχανο