23 αποτελέσματα για «術»
術 じゅつ
ουσιαστικό
- 01 τέχνη, τεχνική, δεξιότητα, ικανότητα
- 02 μέσο, τρόπος
- 03 στρατήγημα, τέχνασμα, κόλπο, τρικ, παγίδα
- 04 μαγεία, μαγγανεία
術者 じゅつしゃ
ουσιαστικό
- 01 ασκούμενος (ιατρικής, μαγείας, μαντείας, κ.λπ.)
術 すべ
ουσιαστικό
- 01 τρόπος, μέθοδος, μέσο
術師 じゅつし
ουσιαστικό
- 01 χρήστης τεχνικής
術を使う じゅつをつかう
άλλο, ρήμα
- 01 ασκώ μαγεία
術中 じゅっちゅう
ουσιαστικό
- 01 τέχνασμα, παγίδα, στρατήγημα
- 02 εγχειρητικός, κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης
術士 じゅつし
ουσιαστικό
- 01 στρατηγικός αναλυτής, τακτικιστής
- 02 μάγος, γητευτής
術ない じゅつない
επίθετο
- 01 αμήχανος, σε αδιέξοδο, χωρίς επιλογή
術後 じゅつご
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 μετεγχειρητικός, μετά το χειρουργείο
術策 じゅっさく
ουσιαστικό
- 01 τέχνασμα, μηχανορραφία
術語 じゅつご
ουσιαστικό
- 01 τεχνικός όρος, ορολογία, ονοματολογία
術前 じゅつぜん
ουσιαστικό
- 01 προεγχειρητικός (προετοιμασία, διάγνωση κ.λπ.)
術野 じゅつや
ουσιαστικό
- 01 χειρουργικό πεδίο, εγχειρητικό πεδίο
術を授ける じゅつをさずける
άλλο, ρήμα
- 01 διδάσκω τεχνάσματα σε κάποιον
術数 じゅっすう
ουσιαστικό
- 01 τέχνασμα, στρατήγημα
術中死 じゅっちゅうし
ουσιαστικό
- 01 θάνατος κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης, διεγχειρητικός θάνατος
術策を弄する じゅっさくをろうする
άλλο, ρήμα
- 01 ίντριγκάρω, παγιδεύω, καταφεύγω σε τεχνάσματα
術計 じゅっけい
ουσιαστικό
- 01 στρατήγημα, τέχνασμα
術なし すべなし
άλλο
- 01 χωρίς διέξοδο, σε αδιέξοδο, αμήχανος
術式 じゅつしき
ουσιαστικό
- 01 χειρουργική μέθοδος, επεμβατική μέθοδος, χειρουργική τεχνική, διαδικασία
- 02 τεχνική, μηχανισμός τζούτσου