37 αποτελέσματα για «街»

がい

ουσιαστικό

  1. 01 οδός, δρόμος, συνοικία, περιοχή
街道 かいどう N1

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρικός δρόμος, οδικός άξονας (ιδιαίτερα αυτός που υπήρχε από την περίοδο Έντο)
  2. 02 λεωφόρος (π.χ. προς την επιτυχία), δρόμος (για να γίνει κάποιος...)
  3. 03 υποδιοικητική περιφέρεια (στην Κίνα)
街灯 がいとう

ουσιαστικό

  1. 01 δημοτικός φανοστάτης, λάμπα δρόμου
街路 がいろ

ουσιαστικό

  1. 01 δρόμος, οδός, λεωφόρος
街角 まちかど N2

ουσιαστικό

  1. 01 γωνία δρόμου
街路樹 がいろじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 δέντρα σε οδικούς άξονες, δενδροστοιχία δρόμου
街頭 がいとう N1

ουσιαστικό

  1. 01 στους δρόμους, δημόσιος
街区 がいく

ουσιαστικό

  1. 01 οικοδομικό τετράγωνο
街道筋 かいどうすじ

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρικός οδικός άξονας (κατά την περίοδο Έντο), κύρια διαδρομή
街歩き まちあるき

ουσιαστικό

  1. 01 περιδιάβαση στην πόλη, βόλτα στην πόλη, περπάτημα στους δρόμους (π.χ. για άσκηση)
街々 まちまち

ουσιαστικό

  1. 01 δρόμοι
街路灯 がいろとう

ουσιαστικό

  1. 01 φανοστάτης, λάμπα δρόμου
街頭演説 がいとうえんぜつ

ουσιαστικό

  1. 01 ομιλία στον δρόμο, προεκλογική ομιλία σε δημόσιο χώρο
街づくり まちづくり

ουσιαστικό

  1. 01 πολεοδομικός σχεδιασμός, αστική ανάπτυξη, κοινοτική ανάπτυξη, δημιουργία κοινότητας
街娼 がいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ιερόδουλη, πόρνη, γυναίκα του δρόμου
街コン まちコン

ουσιαστικό

  1. 01 ομαδικό ραντεβού, κοινωνική συγκέντρωση νέων με σκοπό τη γνωριμία με άτομα του αντίθετου φύλου
街宣車 がいせんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκίνητο με μεγάφωνα (χρησιμοποιείται για προεκλογικές εκστρατείες, διαφημίσεις ή προπαγάνδα), φορτηγό με μεγάφωνα, όχημα προπαγάνδας (ακροδεξιών οργανώσεων)
街の女 まちのおんな

ουσιαστικό

  1. 01 ιερόδουλη του δρόμου
街金 まちきん

ουσιαστικό

  1. 01 τοκογλύφος, εταιρεία καταναλωτικών δανείων με υψηλά επιτόκια
街頭インタビュー がいとうインタビュー

ουσιαστικό

  1. 01 δημοσκόπηση στον δρόμο, συνέντευξη περαστικών, ρεπορτάζ δρόμου, vox populi