45 αποτελέσματα για «袋»

ふくろ N3

ουσιαστικό

  1. 01 τσάντα, σακούλα, πουγκί
  2. 02 φλούδα πορτοκαλιού (και άλλων παρόμοιων φρούτων)
  3. 03 αδιέξοδο
  4. 04 έκταση γης περιτριγυρισμένη από νερό
たい

επίθημα, άλλο

  1. 01 μετρητής για αντικείμενα μέσα σε σάκο
袋小路 ふくろこうじ

ουσιαστικό

  1. 01 αδιέξοδος δρόμος, τυφλό δρομάκι
  2. 02 αδιέξοδο, τέλμα
袋叩き ふくろだたき

ουσιαστικό

  1. 01 ομαδικός ξυλοδαρμός
  2. 02 καταιγισμός επικρίσεων
袋詰め ふくろづめ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συσκευασία σε σάκο, σακούλιασμα
袋のネズミ ふくろのねずみ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 παγιδευμένος χωρίς διέξοδο, ποντίκι στο τσουβάλι
袋入り ふくろいり

ουσιαστικό

  1. 01 σε σακούλα, συσκευασμένος σε σάκο
袋にする ふくろにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιτίθεμαι σε κάποιον ομαδικά, ξυλοκοπώ κάποιον ομαδικά
袋物 ふくろもの

ουσιαστικό

  1. 01 τσάντες και θήκες, σάκοι
  2. 02 κάτι που βρίσκεται μέσα σε τσάντα
袋麺 ふくろめん

ουσιαστικό

  1. 01 στιγμιαία ζυμαρικά σε μαλακή πλαστική συσκευασία
袋帯 ふくろおび

ουσιαστικό

  1. 01 φουκουροόμπι διπλής ύφανσης
袋戸棚 ふくろとだな

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό ντουλάπι στον τοίχο του τοκονόμα
袋菓子 ふくろがし

ουσιαστικό

  1. 01 μικρή συσκευασία σνακ (μπισκότα, πατατάκια, κ.λπ.)
袋綴じ ふくろとじ

ουσιαστικό

  1. 01 διπλόφυλλη βιβλιοδεσία (παραδοσιακά βιβλία της Ανατολικής Ασίας)
  2. 02 σφραγισμένα φύλλα, περιοδικό (ιδιαίτερα πορνογραφικό) του οποίου η μία ή και οι τρεις πλευρές είναι κλειστές για την αποτροπή της ανάγνωσης
  3. 03 διπλή σελίδα
袋戸 ふくろど

ουσιαστικό

  1. 01 χάρτινη συρόμενη πόρτα για το ντουλάπι μιας τοκονομά
袋地 ふくろち

ουσιαστικό

  1. 01 τοποθέτηση σε σάκους, συσκευασία σε σάκους
  2. 02 περικυκλωμένη έκταση (που περιβάλλεται από ξένες ιδιοκτησίες και δεν έχει άμεση πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο)
袋鼠 フクロネズミ

ουσιαστικό

  1. 01 οπόσουμ
袋網 ふくろあみ

ουσιαστικό

  1. 01 διχτυωτή παγίδα σε σχήμα σάκου
袋棚 ふくろだな

ουσιαστικό

  1. 01 ράφι τσαγιού με κλειστό θάλαμο (εφευρέθηκε από τον Τακένο Τζόου)
  2. 02 μικρό ντουλάπι ή κλειστό ράφι στο πλάι του τοκονόμα
袋形動物 たいけいどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ασκελμινθώδες (οποιοδήποτε ασπόνδυλο ζώο που παλαιότερα κατατασσόταν στο φύλο των Ασκελμινθών)