32 αποτελέσματα για «譲»

譲る ゆずる N3

ρήμα

  1. 01 παραδίδω, μεταβιβάζω, εκχωρώ, αναθέτω, κληροδοτώ
  2. 02 παραχωρώ (π.χ. τη θέση μου), υποχωρώ
  3. 03 υποχωρώ, ενδίδω, παραδέχομαι, παραδίνομαι
  4. 04 πουλάω
  5. 05 αναβάλλω
譲歩 じょうほ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραχώρηση, συμβιβασμός, υποχώρηση
譲渡 じょうと

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταβίβαση, εκχώρηση, παραχώρηση
譲り ゆずり

ουσιαστικό

  1. 01 κληρονομιά, κάτι που δίνεται ή λαμβάνεται
譲り受ける ゆずりうける

ρήμα

  1. 01 παραλαμβάνω, αποκτώ μέσω μεταβίβασης, κληρονομώ, δέχομαι
  2. 02 αγοράζω, αποκτώ με αγορά
譲り渡す ゆずりわたす

ρήμα

  1. 01 παραδίδω, μεταβιβάζω, εκχωρώ
譲り合う ゆずりあう

ρήμα

  1. 01 κάνω αμοιβαίες υποχωρήσεις, συμβιβάζομαι
譲位 じょうい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραίτηση (από τον θρόνο)
譲り合い ゆずりあい

ουσιαστικό

  1. 01 συμβιβασμός, αμοιβαίες υποχωρήσεις, δούναι και λαβείν
譲与 じょうよ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταβιβάζω
譲り渡し ゆずりわたし

ουσιαστικό

  1. 01 μεταβίβαση, εκχώρηση, μεταφορά δικαιώματος
譲渡会 じょうとかい

ουσιαστικό

  1. 01 εκδήλωση υιοθεσίας κατοικιδίων, συνάντηση μεταβίβασης κατοικιδίων
譲り状 ゆずりじょう

ουσιαστικό

  1. 01 έγγραφο μεταβίβασης
譲渡可能 じょうとかのう

επίθετο

  1. 01 μεταβιβάσιμος, εκχωρήσιμος, παραχωρήσιμος
譲葉 ゆずりは

ουσιαστικό

  1. 01 δαφνοειδές φυτό (Daphniphyllum macropodum), γιουζουρίχα
譲受人 ゆずりうけにん

ουσιαστικό

  1. 01 εκδοχέας, παραλήπτης, δικαιοδόχος
譲渡不能 じょうとふのう

επίθετο

  1. 01 μη μεταβιβάσιμος, μη εκχωρήσιμος, ανεκχώρητος, μη διαπραγματεύσιμος
譲渡人 じょうとにん

ουσιαστικό

  1. 01 εκχωρητής, μεταβιβαστής
譲渡担保 じょうとたんぽ

ουσιαστικό

  1. 01 ενέχυρο μεταβίβασης κυριότητας
譲渡所得 じょうとしょとく

ουσιαστικό

  1. 01 υπεραξία κεφαλαίου