64 αποτελέσματα για «豆»
豆 まめ N3
ουσιαστικό, πρόθημα
- 01 όσπριο (ιδίως βρώσιμα όσπρια ή σπόροι αυτών, π.χ. φασόλια, μπιζέλια, ψυχανθή), φασόλι, μπιζέλι
- 02 σόγια (Glycine max), φασόλι σόγιας, σόγια
- 03 γυναικεία γεννητικά όργανα (ιδίως η κλειτορίδα)
- 04 νεφρό
- 05 μικρός, μικροσκοπικός, μωρό, νάνος, μικρής κλίμακας
- 06 παιδί
豆腐 とうふ
ουσιαστικό
- 01 τόφου, πηγμένο γάλα σόγιας
豆粒 まめつぶ
ουσιαστικό
- 01 φασόλι, μπιζέλι
- 02 κάτι πολύ μικρό, κουκκίδα
豆鉄砲 まめでっぽう
ουσιαστικό
- 01 φυσοκάλαμο
豆知識 まめちしき
ουσιαστικό
- 01 εγκυκλοπαιδική γνώση, μικρή πληροφορία
豆腐屋 とうふや
ουσιαστικό
- 01 κατάστημα τόφου, πωλητής τόφου, παραγωγός τόφου
豆乳 とうにゅう
ουσιαστικό
- 01 γάλα σόγιας
豆電球 まめでんきゅう
ουσιαστικό
- 01 μικροσκοπική λάμπα, μικρή λάμπα
豆まき まめまき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σπορά φασολιών (ή οσπρίων κ.λπ.)
- 02 σκόρπισμα καβουρδισμένων φασολιών (για την απομάκρυνση κακών πνευμάτων)
豆類 まめるい
ουσιαστικό
- 01 όσπριο (βρώσιμοι σπόροι διαφόρων ψυχανθών), φυτό που παράγει όσπρια
豆板醤 トーバンジャン
ουσιαστικό
- 01 ντοουμπαντζιάνγκ (κινεζική πάστα από κουκιά και τσίλι)
豆腐メンタル とうふメンタル
ουσιαστικό
- 01 ακραία ψυχική αδυναμία, εύθραυστη ψυχολογία
豆球 まめきゅう
ουσιαστικό
- 01 μικροσκοπικός λαμπτήρας, μικρή λάμπα
豆絞り まめしぼり
ουσιαστικό
- 01 μοτίβο με βούλες (μαμεσιμπόρι)
豆苗 とうみょう
ουσιαστικό
- 01 νεαροί βλαστοί μπιζελιού
豆狸 まめだぬき
ουσιαστικό
- 01 μικρό τανίκι
豆本 まめほん
ουσιαστικό
- 01 μικροσκοπικό βιβλίο
豆炭 まめたん
ουσιαστικό
- 01 μπρικέτα κάρβουνου σε σχήμα οβάλ
豆蔵 まめぞう
ουσιαστικό
- 01 φλύαρος άνδρας
豆板 まめいた
ουσιαστικό
- 01 πλάκα από καραμελωμένα φασόλια