27 αποτελέσματα για «貿»

貿易 ぼうえき N4

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξωτερικό εμπόριο, διεθνές εμπόριο, εισαγωγές και εξαγωγές
貿易商 ぼうえきしょう

ουσιαστικό

  1. 01 έμπορος
貿易会社 ぼうえきがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορική εταιρεία
貿易港 ぼうえきこう

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορικός λιμένας
貿易船 ぼうえきせん

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορικό πλοίο
貿易摩擦 ぼうえきまさつ

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορική τριβή
貿易協定 ぼうえききょうてい

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορική συμφωνία
貿易業 ぼうえきぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 εμπόριο
貿易風 ぼうえきふう

ουσιαστικό

  1. 01 αλιγείς άνεμοι
貿易赤字 ぼうえきあかじ

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορικό έλλειμμα
貿易黒字 ぼうえきくろじ

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορικό πλεόνασμα
貿易品 ぼうえきひん

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορεύματα, προϊόντα εμπορίου
貿易戦争 ぼうえきせんそう

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορικός πόλεμος
貿易量 ぼうえきりょう

ουσιαστικό

  1. 01 όγκος εμπορίου, ποσότητα συναλλαγών
貿易収支 ぼうえきしゅうし

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορικό ισοζύγιο
貿易法 ぼうえきほう

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορικό δίκαιο
貿易自由化 ぼうえきじゆうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απελευθέρωση του εμπορίου
貿易障壁 ぼうえきしょうへき

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορικό φράγμα
貿易紛争 ぼうえきふんそう

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορική διαφορά, εμπορική σύγκρουση, εμπορικός πόλεμος
貿易保険 ぼうえきほけん

ουσιαστικό

  1. 01 ασφάλιση εμπορίου