23 αποτελέσματα για «贈»

贈る おくる N3

ρήμα

  1. 01 δίνω (ως δώρο), χαρίζω, προσφέρω
  2. 02 απονέμω, προσδίδω, βραβεύω
贈り物 おくりもの N4

ουσιαστικό

  1. 01 δώρο, δώρημα
贈呈 ぞうてい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απονομή (δώρου, βραβείου κ.λπ.)
贈与 ぞうよ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δωρεά, προσφορά
贈答 ぞうとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανταλλαγή δώρων
贈り主 おくりぬし

ουσιαστικό

  1. 01 αποστολέας (δώρου)
贈賄 ぞうわい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δωροδοκία, παροχή δώρου για εξαγορά συνείδησης
贈収賄 ぞうしゅうわい

ουσιαστικό

  1. 01 δωροδοκία, διαφθορά
贈答品 ぞうとうひん

ουσιαστικό

  1. 01 δώρο, προσφορά
贈呈式 ぞうていしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή απονομής
贈呈品 ぞうていひん

ουσιαστικό

  1. 01 δώρο, προσφορά
贈与税 ぞうよぜい

ουσιαστικό

  1. 01 φόρος δωρεάς, φόρος παροχής
贈与者 ぞうよしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 δωρητής
贈位 ぞうい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απονομή μεταθανάτιου τίτλου
贈呈者 ぞうていしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 δωρητής, αυτός που απονέμει
贈賄罪 ぞうわいざい

ουσιαστικό

  1. 01 δωροδοκία
贈呈本 ぞうていぼん

ουσιαστικό

  1. 01 τιμητικό αντίτυπο (βιβλίου)
贈り名 おくりな

ουσιαστικό

  1. 01 μεταθανάτιο όνομα, μεταθανάτιος τίτλος
贈号 ぞうごう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταθανάτιο όνομα
贈与証書 ぞうよしょうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 τιμητικό δίπλωμα, πιστοποιητικό δωρεάς