118 αποτελέσματα για «車»

くるま N5

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκίνητο, όχημα
  2. 02 ρόδα, τροχός, ροδάκι
しゃ

επίθημα, άλλο

  1. 01 αυτοκίνητο, όχημα, βαν, φορτηγό, κάρο, νταλίκα
  2. 02 βαγόνι (τρένου)
車内 しゃない

ουσιαστικό

  1. 01 στο εσωτερικό οχήματος (τρένου, λεωφορείου, κ.λπ.)
車両 しゃりょう

ουσιαστικό

  1. 01 τροχοφόρο όχημα, αυτοκίνητο, βαγόνι, τροχαίο υλικό
車輪 しゃりん N2

ουσιαστικό

  1. 01 τροχός
車体 しゃたい

ουσιαστικό

  1. 01 αμάξωμα, πλαίσιο (αυτοκινήτου)
車椅子 くるまいす

ουσιαστικό

  1. 01 αναπηρικό αμαξίδιο
車道 しゃどう

ουσιαστικό

  1. 01 οδόστρωμα, δρόμος, αυτοκινητόδρομος
車窓 しゃそう

ουσιαστικό

  1. 01 παράθυρο τρένου, παράθυρο αυτοκινήτου
車掌 しゃしょう N2

ουσιαστικό

  1. 01 εισπράκτορας (σε τρένο)
車線 しゃせん

ουσιαστικό

  1. 01 λωρίδα κυκλοφορίας, λωρίδα δρόμου
車中 しゃちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εντός τρένου (αυτοκινήτου, λεωφορείου, κ.λπ.), μέσα στο τρένο
車庫 しゃこ N2

ουσιαστικό

  1. 01 γκαράζ, υπόστεγο αυτοκινήτων, αμαξοστάσιο (για τρένα, λεωφορεία κ.λπ.), υπόστεγο, αποθήκη
車外 しゃがい

ουσιαστικό

  1. 01 έξω από όχημα (αυτοκίνητο, τρένο, λεωφορείο κ.λπ.)
車座 くるまざ

ουσιαστικό

  1. 01 κάθομαι σε κύκλο
車種 しゃしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 μοντέλο αυτοκινήτου
  2. 02 τύπος τροχοφόρου οχήματος, κατηγορία οχήματος
車寄せ くるまよせ

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος αποβίβασης, είσοδος οχημάτων, στεγασμένη είσοδος οχημάτων
車夫 しゃふ

ουσιαστικό

  1. 01 αμαξάς αμαξιδίου, οδηγός αμαξιδίου, χειριστής αμαξιδίου
車軸 しゃじく

ουσιαστικό

  1. 01 άξονας τροχού
車酔い くるまよい

ουσιαστικό

  1. 01 ναυτία κατά τις μετακινήσεις με αυτοκίνητο