28 αποτελέσματα για «軸»
軸 じく N1
ουσιαστικό
- 01 άξονας, άτρακτος
- 02 κέντρο, επίκεντρο, κύριο σημείο
- 03 μίσχος, στέλεχος
- 04 κρεμαστό κύλινδρο
軸足 じくあし
ουσιαστικό
- 01 πόδι στήριξης
- 02 έμφαση, προτεραιότητα, επίκεντρο
軸線 じくせん
ουσιαστικό
- 01 γραμμή άξονα, άξονας
軸物 じくもの
ουσιαστικό
- 01 κρεμαστό κύλινδροι (τζικουμόνο)
軸受け じくうけ
ουσιαστικό
- 01 έδρανο, ρουλεμάν, κουζινέτο, τριβέας
軸足を置く じくあしをおく
άλλο, ρήμα
- 01 εστιάζω σε συγκεκριμένες πτυχές των πραγμάτων
軸木 じくぎ
ουσιαστικό
- 01 ξύλο για ανάφλεξη, θραύσμα ξύλου, ραβδί
- 02 κύλινδρος ειληταρίου
軸索 じくさく
ουσιαστικό
- 01 άξονας, νευράξονας
軸箱 じくばこ
ουσιαστικό
- 01 κιβώτιο άξονα
軸性 じくせい
ουσιαστικό
- 01 αξονικός
軸流 じくりゅう
ουσιαστικό
- 01 αξονική ροή, αξονικό ρεύμα
軸装 じくそう
ουσιαστικό
- 01 πλαίσιο ανάρτησης για κύλινδρο
軸椎 じくつい
ουσιαστικό
- 01 άξονας (σπόνδυλος)
軸を掛ける じくをかける
άλλο, ρήμα
- 01 αναρτώ κύλινδρο με ζωγραφιά
軸組み じくぐみ
ουσιαστικό
- 01 σκελετός
軸差応力 じくさおうりょく
ουσιαστικό
- 01 αποκλίνουσα τάση
軸端 じくたん
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 άκρο άξονα, αξονικό άκρο
軸距 じくきょ
ουσιαστικό
- 01 μεταξόνιο
軸吊り じくづり
ουσιαστικό
- 01 στροφικός μεντεσές
軸索小丘 じくさくしょうきゅう
ουσιαστικό
- 01 αξονικός λόφος