39 αποτελέσματα για «郷»

郷里 きょうり N1

ουσιαστικό

  1. 01 πατρίδα, γενέτειρα
ごう

ουσιαστικό

  1. 01 ύπαιθρος, εξοχή
  2. 02 οικισμός πενήντα σπιτιών (αποτελούμενος από 2-3 γειτονιές)
郷愁 きょうしゅう N1

ουσιαστικό

  1. 01 νοσταλγία, λαχτάρα για την πατρίδα
きょう

ουσιαστικό

  1. 01 πατρίδα, γενέτειρα
  2. 02 αγροτική κοινότητα (της Κίνας)
郷土 きょうど N1

ουσιαστικό

  1. 01 πατρίδα, τόπος γέννησης, πατρικό σπίτι
  2. 02 επαρχία, περιοχή, τοπικότητα
郷士 ごうし

ουσιαστικό

  1. 01 επαρχιακός σαμουράι
郷土料理 きょうどりょうり

ουσιαστικό

  1. 01 τοπική κουζίνα, παραδοσιακό φαγητό μιας περιοχής
郷に入っては郷に従え ごうにいってはごうにしたがえ

άλλο

  1. 01 όπου πας, τα έθιμά σου να μην πας
郷土史 きょうどし

ουσιαστικό

  1. 01 τοπική ιστορία
郷党 きょうとう

ουσιαστικό

  1. 01 συγχωριανοί, συντοπίτες
郷土愛 きょうどあい

ουσιαστικό

  1. 01 αγάπη για την ιδιαίτερη πατρίδα
郷に入れば郷に従え ごうにいればごうにしたがえ

άλλο

  1. 01 όταν είσαι στη Ρώμη, κάνε όπως οι Ρωμαίοι
郷村 ごうそん

ουσιαστικό

  1. 01 χωριά
郷土資料館 きょうどしりょうかん

ουσιαστικό

  1. 01 τοπικό μουσείο ιστορίας
郷国 きょうこく

ουσιαστικό

  1. 01 πατρίδα, τόπος καταγωγής
郷軍 ごうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 βετεράνος, έφεδρος, απόστρατος
郷学 ごうがく

ουσιαστικό

  1. 01 χωριάτικο σχολείο (ειδικότερα στην Ιαπωνία της περιόδου Έντο, καθώς και στην αρχαία Κορέα και την Κίνα)
郷関 きょうかん

ουσιαστικό

  1. 01 γενέτειρα
郷社 ごうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 χωριάτικο ιερό
郷に入らば郷に従え ごうにいらばごうにしたがえ

άλλο

  1. 01 όπου πας, τέτοια να κάνεις