52 αποτελέσματα για «鉱»

鉱山 こうざん N1

ουσιαστικό

  1. 01 ορυχείο
鉱石 こうせき

ουσιαστικό

  1. 01 μετάλλευμα, ορυκτό, κρύσταλλος
鉱物 こうぶつ N2

ουσιαστικό

  1. 01 ορυκτό
鉱脈 こうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 κοίτασμα, φλέβα μεταλλεύματος, ορυκτή φλέβα
鉱物資源 こうぶつしげん

ουσιαστικό

  1. 01 ορυκτοί πόροι
鉱床 こうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοίτασμα ορυκτών, κοίτασμα μεταλλεύματος
鉱毒 こうどく

ουσιαστικό

  1. 01 ρύπανση από μεταλλεία
鉱業 こうぎょう N1

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλευτική βιομηχανία
鉱員 こういん

ουσιαστικό

  1. 01 ανθρακωρύχος, μεταλλωρύχος
鉱泉 こうせん

ουσιαστικό

  1. 01 ιαματική πηγή
鉱山技師 こうざんぎし

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανικός μεταλλείων
鉱区 こうく

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλευτική περιοχή, μεταλλευτική έκταση
鉱物質 こうぶつしつ

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλική ύλη
鉱物学 こうぶつがく

ουσιαστικό

  1. 01 ορυκτολογία
鉱山労働者 こうざんろうどうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλωρύχος, εργάτης ορυχείου
鉱工業 こうこうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλευτική και μεταποιητική βιομηχανία
鉱山業 こうざんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλευτική βιομηχανία
鉱業権 こうぎょうけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα εξόρυξης, μεταλλευτική παραχώρηση, δικαιώματα εκμετάλλευσης ορυκτών
鉱車 こうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 βαγονέτο ορυχείου, καρότσι μεταφοράς μεταλλεύματος
鉱坑 こうこう

ουσιαστικό

  1. 01 φρέαρ, ορυχείο, μεταλλείο