25 αποτελέσματα για «鍵»

かぎ N5

ουσιαστικό

  1. 01 κλειδί
  2. 02 κλειδαριά
  3. 03 κλειδί (για ένα πρόβλημα, την επιτυχία κ.ά.), στοιχείο, ένδειξη
鍵をかける かぎをかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 κλειδώνω (μια πόρτα, κτλ.), ασφαλίζω
鍵がかかる かぎがかかる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κλειδώνομαι, κλειδώνω
鍵穴 かぎあな

ουσιαστικό

  1. 01 κλειδαρότρυπα
鍵盤 けんばん

ουσιαστικό

  1. 01 πλήκτρα (πιάνου, γραφομηχανής κ.λπ.)
鍵を握る かぎをにぎる

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω το κλειδί (για), κατέχω το κλειδί της επιτυχίας
鍵かけ かぎかけ

ουσιαστικό

  1. 01 θήκη για κλειδιά, κρεμάστρα για κλειδιά (επιτοίχια), άγκιστρο για κλειδιά
鍵束 かぎたば

ουσιαστικό

  1. 01 δέσμη κλειδιών
鍵開け かぎあけ

ουσιαστικό

  1. 01 ξεκλείδωμα, διάρρηξη κλειδαριάς
けん

ουσιαστικό

  1. 01 πλήκτρο (σε πιάνο, εκκλησιαστικό όργανο κ.λπ.)
鍵屋 かぎや

ουσιαστικό

  1. 01 κλειδαράς
鍵っ子 かぎっこ

ουσιαστικό

  1. 01 παιδί που επιστρέφει σε άδειο σπίτι και κρατά δικό του κλειδί
鍵盤楽器 けんばんがっき

ουσιαστικό

  1. 01 πληκτροφόρο μουσικό όργανο, κλαβιέ
鍵型 かぎがた

ουσιαστικό

  1. 01 κλειδοειδής
鍵盤ハーモニカ けんばんハーモニカ

ουσιαστικό

  1. 01 μελόντικα, αρμόνικα με πλήκτρα, πιανίκα
鍵の手 かぎのて

ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα δρόμου που είναι σκοπίμως καμπυλωμένο ως αμυντικό μέτρο
鍵開け道具 かぎあけどうぐ

ουσιαστικό

  1. 01 διαρρηκτικό εργαλείο, εργαλεία διάρρηξης
鍵管理 かぎかんり

ουσιαστικό

  1. 01 διαχείριση κλειδιών
鍵垢 かぎアカ

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιωτικός λογαριασμός (στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ειδικά στο Twitter), λογαριασμός που μπορεί να προβληθεί μόνο από εγκεκριμένους ακολούθους
鍵の配布 かぎのはいふ

ουσιαστικό

  1. 01 διανομή κλειδιών