28 αποτελέσματα για «闘»

闘争 とうそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πάλη, μάχη, αγώνας, σύγκρουση
  2. 02 αγώνας (για δικαιώματα, υψηλότερους μισθούς, κ.λπ.), πάλη, εργατική διαφορά, απεργία
闘志 とうし

ουσιαστικό

  1. 01 μαχητικό πνεύμα, διάθεση για αγώνα
闘技場 とうぎじょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρένα,α, στάδιο
闘気 とうき

ουσιαστικό

  1. 01 μαχητικό πνεύμα
闘争心 とうそうしん

ουσιαστικό

  1. 01 πολεμοχαρής διάθεση, αγωνιστικό πνεύμα
闘士 とうし

ουσιαστικό

  1. 01 μαχητής, αγωνιστής, υπέρμαχος, μποξέρ
闘技 とうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας, συναγωνισμός
闘志を燃やす とうしをもやす

άλλο, ρήμα

  1. 01 φλέγομαι από μαχητικό πνεύμα
闘牛 とうぎゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ταυρομαχία
  2. 02 ταύρος που χρησιμοποιείται σε ταυρομαχίες
闘病 とうびょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παλεύω με ασθένεια
闘牛士 とうぎゅうし

ουσιαστικό

  1. 01 ταυρομάχος, ματαδόρ
闘犬 とうけん

ουσιαστικό

  1. 01 κυνομαχία
  2. 02 σκύλος μάχης
闘魂 とうこん

ουσιαστικό

  1. 01 μαχητικό πνεύμα
闘病生活 とうびょうせいかつ

ουσιαστικό

  1. 01 η ζωή κατά τη διάρκεια της ιατρικής θεραπείας, ο χρόνος και οι προσπάθειες που αφιερώνονται στην καταπολέμηση μιας ασθένειας
闘将 とうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 γενναίος ηγέτης
闘鶏 とうけい

ουσιαστικό

  1. 01 κοκορομαχία, μαχητικός κόκορας
闘志満々 とうしまんまん

ουσιαστικό, άλλο, επίρρημα

  1. 01 γεμάτος αγωνιστικό πνεύμα, ισχυρός στη θέληση για μάχη, φλεγόμενος από μαχητικότητα
闘場 とうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 πεδίο μάχης, πεδίο σύγκρουσης
闘魚 とうぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 μαχητικό ψάρι
闘牛場 とうぎゅうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρένα ταυρομαχιών