105 αποτελέσματα για «陸»

りく N3

ουσιαστικό

  1. 01 ξηρά, ακτή
陸上 りくじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ξηρά, έδαφος, ακτή
  2. 02 στίβος, αθλητισμός
陸軍 りくぐん

ουσιαστικό

  1. 01 στρατός
陸地 りくち

ουσιαστικό

  1. 01 ξηρά
陸上部 りくじょうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 σύλλογος στίβου
陸路 りくろ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 χερσαία διαδρομή, χερσαίο δρομολόγιο
  2. 02 οδικώς, μέσω ξηράς
陸奥 むつ

ουσιαστικό

  1. 01 Μούτσου (πρώην επαρχία που βρισκόταν στους σημερινούς νομούς Φουκουσίμα, Μιγιάγκι, Ιβάτε και Αομόρι)
陸戦 りくせん

ουσιαστικό

  1. 01 χερσαίος πόλεμος
陸橋 りっきょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπέργεια διάβαση (πάνω από δρόμο ή σιδηρόδρομο), οδική γέφυρα, αερογέφυρα
  2. 02 γηΐνη γέφυρα
陸上競技 りくじょうきょうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 στίβος, κλασικός αθλητισμός
陸上自衛隊 りくじょうじえいたい

ουσιαστικό

  1. 01 Ιαπωνικές Χερσαίες Δυνάμεις Αυτοάμυνας, JGSDF
陸戦隊 りくせんたい

ουσιαστικό

  1. 01 αποβατικό σώμα
陸海軍 りくかいぐん

ουσιαστικό

  1. 01 στρατός και ναυτικό
陸の孤島 りくのことう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 απομονωμένη περιοχή, απομακρυσμένο μέρος, δυσπρόσιτο σημείο της στεριάς
陸自 りくじ

ουσιαστικό

  1. 01 Ιαπωνικές Χερσαίες Δυνάμεις Αυτοάμυνας, JGSDF
陸海空 りくかいくう

ουσιαστικό

  1. 01 ξηρά, θάλασσα και αέρας
  2. 02 στρατός, ναυτικό και αεροπορία
陸軍省 りくぐんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργείο στρατιωτικών
  2. 02 υπουργείο στρατιωτικών (Ιαπωνία· 1872-1945)
陸揚げ りくあげ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκφόρτωση (πλοίου), αποβίβαση
陸上競技場 りくじょうきょうぎじょう

ουσιαστικό

  1. 01 στάδιο στίβου, αθλητικό στάδιο
陸軍大将 りくぐんたいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 στρατηγός στρατού