39 αποτελέσματα για «雌»

めす N1

ουσιαστικό

  1. 01 θηλυκό (ζώο, φυτό)
雌雄 しゆう

ουσιαστικό

  1. 01 αρσενικό και θηλυκό (ζώα), τα δύο φύλα
  2. 02 νίκη και ήττα, δυνάμεις και αδυναμίες
雌雄を決する しゆうをけっする

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεκαθαρίζω τους λογαριασμούς, δίνω την τελική αναμέτρηση (π.χ. σε μια διαμάχη)
雌豚 めぶた

ουσιαστικό

  1. 01 θηλυκό γουρούνι, χοιρομητέρα
雌伏 しふく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπομένω καρτερικά (περιμένοντας την ευκαιρία), αναμένω την κατάλληλη στιγμή, υποτάσσομαι προσωρινά (για να αντεπιτεθώ αργότερα)
雌牛 めうし

ουσιαστικό

  1. 01 αγελάδα
  2. 02 δαμάλι

ουσιαστικό

  1. 01 θηλυκός
  2. 02 μικρότερος (από τους δύο), ασθενέστερος
  3. 03 γυναίκα
  4. 04 σύζυγος
雌性 しせい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 θηλυκός
雌鳥 めんどり

ουσιαστικό

  1. 01 θηλυκό πουλί
  2. 02 κότα (θηλυκό ορνιθοειδές)
雌しべ めしべ

ουσιαστικό

  1. 01 ύπερος
雌雄同体 しゆうどうたい

ουσιαστικό

  1. 01 ερμαφροδιτισμός
雌花 めばな

ουσιαστικό

  1. 01 θηλυκό άνθος, καρποφόρο άνθος
雌株 めかぶ

ουσιαστικό

  1. 01 θηλυκό φυτό
雌黄 しおう

ουσιαστικό

  1. 01 σανδαράχη (κίτρινο ορυκτό ή η χρωστική ουσία που προέρχεται από αυτό)
  2. 02 καμπούζιο (ρητίνη δέντρου ή η θαμπή κίτρινη χρωστική ουσία που προέρχεται από αυτό)
  3. 03 παραποίηση, αλλοίωση
雌雄異株 しゆういしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 διοικία, διοικισμός
雌松 めまつ

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική κόκκινη πεύκη (Pinus densiflora), ιαπωνική ομπρελοπεύκη, πεύκη τανιόσο
雌ねじ めねじ

ουσιαστικό

  1. 01 θηλυκό σπείρωμα, παξιμάδι
雌雄鑑別 しゆうかんべつ

ουσιαστικό

  1. 01 φυλετικός διαχωρισμός (κοτόπουλων, μεταξοσκωλήκων κ.λπ.)
雌の狐 めすのきつね

ουσιαστικό

  1. 01 θηλυκή αλεπού, αλεπού
雌性ホルモン しせいホルモン

ουσιαστικό

  1. 01 θηλυκή ορμόνη