118 αποτελέσματα για «雨»
雨 あめ N5
ουσιαστικό
- 01 βροχή
- 02 βροχερή μέρα, βροχερός καιρός
- 03 το φύλλο του Νοεμβρίου (στο χάναφουντα)
雨音 あまおと
ουσιαστικό
- 01 ήχος της βροχής
雨粒 あまつぶ
ουσιαστικό
- 01 σταγόνα της βροχής
雨雲 あまぐも
ουσιαστικό
- 01 σύννεφο βροχής
雨戸 あまど N2
ουσιαστικό
- 01 συρόμενο εξωτερικό παραθυρόφυλλο προστασίας από καταιγίδα
雨宿り あまやどり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναζήτηση καταφυγίου από τη βροχή
雨水 あまみず
ουσιαστικό
- 01 βρόχινο νερό
- 02 αμάμιζου (ηλιακός όρος που αντιστοιχεί περίπου στις 19 Φεβρουαρίου)
雨風 あめかぜ
ουσιαστικό
- 01 βροχή και άνεμος, ραγδαία βροχή, τα στοιχεία της φύσης
雨漏り あまもり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαρροή στέγης
雨上がり あめあがり
ουσιαστικό
- 01 μετά τη βροχή
雨の降る あめのふる
άλλο
- 01 βροχερός
雨あられ あめあられ
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 βροχή (π.χ. από σφαίρες), καταιγισμός, καταιγίδα
- 02 βροχή και χαλάζι
雨脚 あまあし
ουσιαστικό
- 01 ένταση της βροχής
- 02 περαστική μπόρα, ριπές καταρρακτώδους βροχής
雨降り あめふり
ουσιαστικό
- 01 βροχόπτωση, βροχερός καιρός, βροχή
- 02 βροχερός, υγρός
雨天 うてん N1
ουσιαστικό
- 01 βροχερός καιρός
雨が上がる あめがあがる
άλλο, ρήμα
- 01 σταματά η βροχή
雨露 うろ
ουσιαστικό
- 01 βροχή και δροσιά
雨乞い あまごい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δέηση για βροχή
雨滴 うてき
ουσιαστικό
- 01 σταγόνα βροχής
雨合羽 あまガッパ
ουσιαστικό
- 01 αδιάβροχο, αδιάβροχο πανωφόρι