571 αποτελέσματα για «電»

電話 でんわ N5

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τηλεφώνημα, τηλεφωνική κλήση
  2. 02 τηλέφωνο
電車 でんしゃ N5

ουσιαστικό

  1. 01 τρένο, ηλεκτρικό τρένο
電気 でんき N5

ουσιαστικό

  1. 01 ηλεκτρισμός
  2. 02 ηλεκτρικό φως
電話をかける でんわをかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 τηλεφωνώ, πραγματοποιώ μια τηλεφωνική κλήση
電源 でんげん N1

ουσιαστικό

  1. 01 πηγή ηλεκτρικού ρεύματος, ηλεκτρική ενέργεια
  2. 02 κουμπί λειτουργίας (σε τηλεόραση κ.λπ.)
電波 でんぱ N2

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ραδιοκύμα, λήψη, σήμα
  2. 02 λέω παράλογα
電話を切る でんわをきる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κλείνω το τηλέφωνο, τερματίζω τηλεφωνική συνομιλία
電子 でんし N3

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 ηλεκτρόνιο
  2. 02 ηλεκτρονικός
電撃 でんげき

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 ηλεκτροπληξία
  2. 02 κεραυνοβόλα επίθεση, αστραπιαία επίθεση
  3. 03 αιφνίδιος και απροειδοποίητος, συγκλονιστικός
電話番号 でんわばんごう

ουσιαστικό

  1. 01 τηλεφωνικός αριθμός, αριθμός τηλεφώνου
電流 でんりゅう N2

ουσιαστικό

  1. 01 ηλεκτρικό ρεύμα
電話に出る でんわにでる

άλλο, ρήμα

  1. 01 απαντώ στο τηλέφωνο
電灯 でんとう N4

ουσιαστικό

  1. 01 ηλεκτρική λάμπα
電池 でんち N2

ουσιαστικό

  1. 01 μπαταρία, στοιχείο
電子音 でんしおん

ουσιαστικό

  1. 01 ηλεκτρονικός ήχος
電柱 でんちゅう N2

ουσιαστικό

  1. 01 στύλος ηλεκτροδότησης, στύλος ρεύματος, στύλος τηλεφώνου, στύλος τηλεγράφου
電力 でんりょく N2

ουσιαστικό

  1. 01 ηλεκτρική ενέργεια
電話がかかってくる でんわがかかってくる

άλλο, ρήμα

  1. 01 δέχομαι τηλεφώνημα
電球 でんきゅう N2

ουσιαστικό

  1. 01 λάμπα ηλεκτρικού λαμπτήρα
電話口 でんわぐち

ουσιαστικό

  1. 01 ακουστικό τηλεφώνου, μικρόφωνο τηλεφώνου
  2. 02 πραγματοποίηση τηλεφωνήματος, λήψη τηλεφωνήματος