526 αποτελέσματα για «下»

下行 かこう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 κατιών
下手物 ゲテモノ

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλής ποιότητας προϊόντα, παράξενο πράγμα, παράξενος συνδυασμός
下弦 かげん

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταίο τέταρτο της σελήνης, φθίνουσα ημισέληνος
下ろしたて おろしたて

ουσιαστικό

  1. 01 ολοκαίνουργιος (για ρούχα)
下問 かもん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διερεύνηση, ερώτηση, διαβούλευση
下足番 げそくばん

ουσιαστικό

  1. 01 υπάλληλος φύλαξης υποδημάτων
下院議員 かいんぎいん

ουσιαστικό

  1. 01 βουλευτής, μέλος της κάτω βουλής
下端 したば

ουσιαστικό

  1. 01 κατώτερο τμήμα, κάτω επιφάνεια, υποόροφο
下駄屋 げたや

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα που πουλάει τσόκαρα, κατάστημα που πουλάει γκέτα
下手投げ したてなげ

ουσιαστικό

  1. 01 υποχειρία ρίψη
  2. 02 ρίψη από κάτω
下一 しもいち

ουσιαστικό

  1. 01 κλίση ρημάτων τύπου ισιντάν που λήγουν σε «ερου»
下半 かはん

ουσιαστικό

  1. 01 κάτω μισό
下腿 かたい

ουσιαστικό

  1. 01 κάτω κνήμη, κνήμη
下手の考え休むに似たり へたのかんがえやすむににたり

άλλο

  1. 01 η σκέψη του ανεπαρκή ανθρώπου δεν διαφέρει από τον ύπνο, όποιος γεννά μόνο κακές ιδέες είναι σαν να κοιμάται, οι ανεπαρκείς ιδέες είναι χειρότερες από το να μην έχεις καθόλου
下緒 さげお

ουσιαστικό

  1. 01 κορδόνι για τη στερέωση της θήκης σπαθιού στη ζώνη obi, λουρί σπαθιού, κόμπος σπαθιού
下にも置かない したにもおかない

άλλο

  1. 01 υποδέχομαι κάποιον με εξαιρετικές τιμές, περιβάλλω κάποιον με κάθε περιποίηση και ευγένεια
下衆の勘繰り げすのかんぐり

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 εσκεμμένη κακόβουλη ερμηνεία (των πράξεων κάποιου), μικρόψυχη υποψία
下線 かせん N2

ουσιαστικό

  1. 01 υπογράμμιση, κάτω παύλα
下層社会 かそうしゃかい

ουσιαστικό

  1. 01 υπόκοσμος, χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα
下葉 したば

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλότερα φύλλα