185 αποτελέσματα για «両»
両手足 りょうてあし
ουσιαστικό
- 01 και τα δύο χέρια και πόδια, και τα τέσσερα άκρα
両手両足 りょうてりょうあし
ουσιαστικό
- 01 και τα δύο χέρια και και τα δύο πόδια, τα τέσσερα άκρα
両頬 りょうほお
ουσιαστικό
- 01 και τα δύο μάγουλα
両儀 りょうぎ
ουσιαστικό
- 01 ουρανός και γη, γιν και γιανγκ, το θετικό και το αρνητικό
両
- 01 και οι δύο, αμφότεροι
- 02 παλιό ιαπωνικό νόμισμα
- 03 μετρητής για βαγόνια (π.χ. σε τρένο)
- 04 δύο