238 αποτελέσματα για «交»

交媾 こうこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σεξουαλική ένωση
交流委員会 こうりゅういいんかい

ουσιαστικό

  1. 01 επιτροπή εξωτερικής πολιτικής, επιτροπή διεθνών σχέσεων
交番電流 こうばんでんりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εναλλασσόμενο ρεύμα
交番応力 こうばんおうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 εναλλασσόμενη τάση
交互作用説 こうごさようせつ

ουσιαστικό

  1. 01 αλληλεπιδρασμός
交換データ要素 こうかんデータようそ

ουσιαστικό

  1. 01 στοιχείο δεδομένων ανταλλαγής
交換レイヤ こうかんレイヤ

ουσιαστικό

  1. 01 στρώμα μεταγωγής
交換回線 こうかんかいせん

ουσιαστικό

  1. 01 εναλλασσόμενη γραμμή
交換機製品 こうかんきせいひん

ουσιαστικό

  1. 01 προϊόν τηλεφωνικού κέντρου
交換機通信事業者 こうかんきつうしんじぎょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πάροχος τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών ανταλλαγής
交換処理能力 こうかんしょりのうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ικανότητα μεταγωγής, δυνατότητα μεταγωγής
交換接続 こうかんせつぞく

ουσιαστικό

  1. 01 μεταγωγική σύνδεση
交換網 こうかんもう

ουσιαστικό

  1. 01 δίκτυο μεταγωγής
交換様式 こうかんようしき

ουσιαστικό

  1. 01 μορφή ανταλλαγής
交換様式クラス こうかんようしきクラス

ουσιαστικό

  1. 01 κλάση μορφής ανταλλαγής
交互配置 こうごはいち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εναλλασσόμενη διάταξη
交差合計検査 こうさごうけいけんさ

ουσιαστικό

  1. 01 διασταυρωμένος έλεγχος συνόλων, επαλήθευση οριζόντιων και κάθετων αθροισμάτων
交渉ページ こうしょうページ

ουσιαστικό

  1. 01 σελίδα διαπραγμάτευσης
交替装置 こうたいそうち

ουσιαστικό

  1. 01 συσκευή εναλλαγής
交代トラック こうたいトラック

ουσιαστικό

  1. 01 εναλλακτικό κομμάτι, εφεδρική διαδρομή