222 αποτελέσματα για «代»
代替トラック だいたいトラック
ουσιαστικό
- 01 εναλλακτικό κομμάτι, εναλλακτική διαδρομή
代替パス だいたいパス
ουσιαστικό
- 01 εναλλακτική διαδρομή
代理サーバー だいりサーバー
ουσιαστικό
- 01 διακομιστής μεσολάβησης
代理受信者 だいりじゅしんしゃ
ουσιαστικό
- 01 αναπληρωτής παραλήπτης
代理申請会社 だいりしんせいかいしゃ
ουσιαστικό
- 01 εταιρεία υποβολής αιτήσεων δι' αντιπροσώπου
代償型セクハラ だいしょうがたセクハラ
ουσιαστικό
- 01 σεξουαλική παρενόχληση με ανταλλαγή ανταλλαγμάτων
代名動詞 だいめいどうし
ουσιαστικό
- 01 αντωνυμικό ρήμα
代親 だいしん
ουσιαστικό
- 01 νουνός, νονά
代表所 だいひょうしょ
ουσιαστικό
- 01 αντιπροσωπεία (π.χ. διπλωματική)
代数多様体 だいすうたようたい
ουσιαστικό
- 01 αλγεβρική ποικιλία, τόπος που ορίζεται από πολυωνυμικές εξισώσεις
代数幾何学 だいすうきかがく
ουσιαστικό
- 01 αλγεβρική γεωμετρία
代位弁済 だいいべんさい
ουσιαστικό
- 01 υποκατάσταση, εξόφληση με υποκατάσταση, πληρωμή με υποκατάσταση
代償満足 だいしょうまんぞく
ουσιαστικό
- 01 υποκατάστατη ικανοποίηση
代子 だいし
ουσιαστικό
- 01 βαφτισιμιός, πνευματικό τέκνο
代用有価証券 だいようゆうかしょうけん
ουσιαστικό
- 01 εγγυητικά χρεόγραφα, υποκατάστατοι τίτλοι αξιών
代用証券 だいようしょうけん
ουσιαστικό
- 01 συμπληρωματικοί τίτλοι, εναλλακτικοί τίτλοι
代詞 かえことば
ουσιαστικό
- 01 κωδικός πρόσβασης
代用漢字 だいようかんじ
ουσιαστικό
- 01 νταιγιό-κάντζι, χαρακτήρας κάντζι της λίστας ζόγιο-κάντζι που χρησιμοποιείται στη θέση ενός χαρακτήρα που δεν περιλαμβάνεται σε αυτή
代替休日 だいたいきゅうじつ
ουσιαστικό
- 01 αναπληρωματική άδεια (για εργασία κατά τη διάρκεια ημέρας ανάπαυσης)
代換 だいかん
ουσιαστικό
- 01 υπαλλαγή