475 αποτελέσματα για «公»

公開討論会 こうかいとうろんかい

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτή δημόσια συζήτηση
公徳 こうとく

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνική ηθική, δημόσια ηθική, πολιτικές αρετές
公然わいせつ こうぜんわいせつ

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια προσβολή της αιδούς, δημόσια έκθεση γεννητικών οργάνων
公々然 こうこうぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 φανερά, ολοφάνερα, δημόσια, μέρα μεσημέρι
公辺 こうへん

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιες τελετές, δημόσιες υποθέσεις
公営ギャンブル こうえいギャンブル

ουσιαστικό

  1. 01 κρατικά ελεγχόμενος τζόγος, δημοτικά λειτουργούμενος τζόγος
公立大学 こうりつだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιο πανεπιστήμιο
公準 こうじゅん

ουσιαστικό

  1. 01 αξίωμα (στα μαθηματικά, στη λογική κ.λπ.)
公吏 こうり

ουσιαστικό

  1. 01 τοπικός δημόσιος υπάλληλος
公民権法 こうみんけんほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί πολιτικών δικαιωμάτων (ΗΠΑ)
公立病院 こうりつびょういん

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιο νοσοκομείο, κρατικό νοσοκομείο, δημοτικό νοσοκομείο
公妨 こうぼう

ουσιαστικό

  1. 01 παρακώλυση δημόσιου λειτουργού κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του
公害病 こうがいびょう

ουσιαστικό

  1. 01 ασθένεια που προκαλείται από τη ρύπανση
公敵 こうてき

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιος κίνδυνος, κοινός εχθρός
公法 こうほう

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιο δίκαιο
公共交通 こうきょうこうつう

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια συγκοινωνία
公衆衛生学 こうしゅうえいせいがく

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια υγεία
公許 こうきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίσημη άδεια, κυβερνητική άδεια
公約数 こうやくすう

ουσιαστικό

  1. 01 κοινός παράγοντας, κοινός διαιρέτης
公選 こうせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δημόσια εκλογή, εκλογή με λαϊκή ψηφοφορία