517 αποτελέσματα για «内»

内閣支持率 ないかくしじりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό αποδοχής υπουργικού συμβουλίου
内方 ないほう

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό
  2. 02 σύζυγος (κάποιου άλλου)
内報 ないほう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πληροφοριοδότηση, απόρρητη πληροφορία
内分 ないぶん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μυστικός, εμπιστευτικός
内需 ないじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερική ζήτηση
内部対立 ないぶたいりつ

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερική διαμάχη, εσωτερική σύγκρουση
内地人 ないちじん

ουσιαστικό

  1. 01 κάτοικοι του Χονσού, γηγενείς Ιάπωνες της ενδοχώρας
  2. 02 Ιάπωνες πολίτες (σε αντίθεση με τους κατοίκους των αποικιών της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας)
内閣官房長官 ないかくかんぼうちょうかん

ουσιαστικό

  1. 01 αρχιγραμματέας του υπουργικού συμβουλίου
内用 ないよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εσωτερική χρήση
  2. 02 ιδιωτική υπόθεση
内なる うちなる

άλλο

  1. 01 εσωτερικός (εαυτός, φωνή, άνθρωπος, κ.λπ.), εσωτερικός (σύγκρουση, ένταση, ανταγωνισμός, κ.λπ.), εσωτερικός
内争 ないそう

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερική διαμάχη
内蓋 うちぶた

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό καπάκι
内部告発者 ないぶこくはつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 καταδότης, άτομο που αποκαλύπτει εσωτερικές πληροφορίες
内線番号 ないせんばんごう

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό τηλέφωνο
内部工作 ないぶこうさく

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικές κινήσεις, μυστικές διαβουλεύσεις (στο πλαίσιο ενός οργανισμού), εναρμόνιση των διαφορετικών απόψεων εντός ενός οργανισμού πριν από τη δημόσια γνωστοποίηση ενός θέματος
内容証明郵便 ないようしょうめいゆうびん

ουσιαστικό

  1. 01 συστημένη επιστολή με πιστοποίηση περιεχομένου
内部犯行 ないぶはんこう

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερική ενέργεια, έγκλημα εκ των έσω
内臓脂肪 ないぞうしぼう

ουσιαστικό

  1. 01 σπλαχνικό λίπος
内心忸怩 ないしんじくじ

άλλο, επίρρημα

  1. 01 νιώθω εσωτερική ντροπή, κοκκινίζω από ντροπή όταν θυμάμαι κάτι
内層 ないそう

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικά στρώματα