257 αποτελέσματα για «初»

初語 しょご

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη λέξη (ενός βρέφους)
初口 しょくち

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή
初湯 はつゆ

ουσιαστικό

  1. 01 το πρώτο λουτρό του έτους
  2. 02 το πρώτο λουτρό στη ζωή κάποιου (π.χ. για ένα βρέφος)
初宮参り はつみやまいり

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη επίσκεψη βρέφους στο σιντοϊστικό ιερό της τοπικής θεότητας (συνήθως όταν το παιδί είναι περίπου 30 ημερών)
初姿 はつすがた

ουσιαστικό

  1. 01 η πρώτη εμφάνιση με κιμονό κατά την έναρξη του νέου έτους
初期化プログラム しょきかプログラム

ουσιαστικό

  1. 01 αρχικό πρόγραμμα
ウブ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 άπειρος (στη ζωή), ακατέργαστος, πρωτάρης, άγουρος
  2. 02 άπειρος (στον έρωτα), αθώος, αφελής, απλοϊκός
初巳 はつみ

ουσιαστικό

  1. 01 η πρώτη ημέρα του Ερπετού για το έτος
初審 しょしん

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτόδικη δίκη
初鶏 はつとり

ουσιαστικό

  1. 01 το πρώτο λάλημα του πετεινού για το νέο έτος
初電 しょでん

ουσιαστικό

  1. 01 το πρώτο δρομολόγιο τρένου της ημέρας
  2. 02 το πρώτο τηλεγράφημα για ένα συγκεκριμένο θέμα
初おろし はつおろし

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη χρήση ενδύματος ή αντικειμένου
初期選択項目 しょきせんたくこうもく

ουσιαστικό

  1. 01 αρχική επιλογή
初期投資コスト しょきとうしコスト

ουσιαστικό

  1. 01 κόστος αρχικής επένδυσης
初誕生 はつたんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτα γενέθλια
初空 はつそら

ουσιαστικό

  1. 01 ο ουρανός το πρωί της Πρωτοχρονιάς
初生り はつなり

ουσιαστικό

  1. 01 τα πρώτα φρούτα της σοδειάς
初更 しょこう

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτο νυχτερινό φυλάκιο (περίπου από τις 7 μ.μ. έως τις 9 μ.μ.)
初買い はつがい

ουσιαστικό

  1. 01 πραγματοποιώ την πρώτη αγορά του έτους στις 2 Ιανουαρίου
初っ切り しょっきり

ουσιαστικό

  1. 01 κωμική επίδειξη σούμο