395 αποτελέσματα για «前»

前山 ぜんざん

ουσιαστικό

  1. 01 πρόβουνο, η πρώτη σειρά βουνών
前任地 ぜんにんち

ουσιαστικό

  1. 01 προηγούμενη θέση εργασίας
前の世 まえのよ

ουσιαστικό

  1. 01 προηγούμενη ζωή
前便 ぜんびん

ουσιαστικό

  1. 01 η προηγούμενη επιστολή κάποιου, η τελευταία επιστολή κάποιου
前額部 ぜんがくぶ

ουσιαστικό

  1. 01 μέτωπο, μετωπιαίος
前著 ぜんちょ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτόθι, το προαναφερθέν δημοσίευμα
前車 ぜんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 προπορευόμενο όχημα, μπροστινό αυτοκίνητο
前泊 ぜんぱく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διανυκτερεύω την προηγούμενη ημέρα (π.χ. σε ξενοδοχείο κοντά στο αεροδρόμιο το βράδυ πριν από μια πτήση), διανυκτερεύω από την προηγούμενη
前号 ぜんごう

ουσιαστικό

  1. 01 προηγούμενο τεύχος (περιοδικού κ.λπ.)
  2. 02 προηγούμενο άρθρο (σε νομικό κείμενο)
前々年 ぜんぜんねん

ουσιαστικό

  1. 01 προπέρυσι
前婚 ぜんこん

ουσιαστικό

  1. 01 προηγούμενος γάμος
前震 ぜんしん

ουσιαστικό

  1. 01 προσεισμός
前後矛盾 ぜんごむじゅん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτοαναίρεση, λογική ασυνέπεια
前半期 ぜんはんき

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτο εξάμηνο, πρώτο μισό του έτους
前程 ぜんてい

ουσιαστικό

  1. 01 η πορεία που έχει κάποιος μπροστά του, η απόσταση που πρέπει να διανύσει
前景気 まえげいき

ουσιαστικό

  1. 01 προοπτική, ελπίδα, μέλλον
前例に倣う ぜんれいにならう

άλλο, ρήμα

  1. 01 ακολουθώ προηγούμενο, μιμούμαι προηγούμενο παράδειγμα
前後の見境もなく ぜんごのみさかいもなく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 χωρίς να υπολογίζω τις συνέπειες, απερίσκεπτα, άφρονα, πέρα από κάθε μέτρο
前納 ぜんのう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προπληρωμή, προκαταβολή
前途有為 ぜんとゆうい

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 με πολύ υποσχόμενο μέλλον, που προσφέρει ευοίωνες προοπτικές