320 αποτελέσματα για «単»

単身銃 たんしんじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μονόκαννο όπλο
単独供給 たんどくきょうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αποκλειστική προμήθεια, μονοπωλιακός προμηθευτής
単独決算 たんどくけっさん

ουσιαστικό

  1. 01 ατομικός ισολογισμός, ισολογισμός μεμονωμένης εταιρείας
単独内閣 たんどくないかく

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοδύναμη κυβέρνηση
単比 たんぴ

ουσιαστικό

  1. 01 απλός λόγος
単比例 たんぴれい

ουσιαστικό

  1. 01 απλή αναλογία
単弁花 たんべんか

ουσιαστικό

  1. 01 μονόπεταλο λουλούδι
単峰駱駝 たんぽうらくだ

ουσιαστικό

  1. 01 αραβική καμήλα, δρομάδα, καμήλα με μία καμπούρα
単本位性 たんほんいせい

ουσιαστικό

  1. 01 μονομεταλλισμός, μονομεταλλική βάση
単利表 たんりひょう

ουσιαστικό

  1. 01 πίνακας απλού τόκου
単利法 たんりほう

ουσιαστικό

  1. 01 μέθοδος απλού τόκου
単性花 たんせいか

ουσιαστικό

  1. 01 μονογενές άνθος
単純再生産 たんじゅんさいせいさん

ουσιαστικό

  1. 01 απλή αναπαραγωγή
単元制度 たんげんせいど

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα διδακτικών μονάδων
単節 たんせつ

ουσιαστικό

  1. 01 απλός σύνδεσμος
単位体積重量 たんいたいせきじゅうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικό βάρος
単一化に基づく形式化 たんいつかにもとづくけいしきか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τυπικά συστήματα που βασίζονται στην ενοποίηση
単線運転 たんせんうんてん

ουσιαστικό

  1. 01 λειτουργία μονής γραμμής
単産 たんさん

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανικό σωματείο (ενιαίας βιομηχανίας)
単母音 たんぼいん

ουσιαστικό

  1. 01 μονοφθόγγος, απλό φωνήεν