331 αποτελέσματα για «原»

原始共同体 げんしきょうどうたい

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτόγονη κοινότητα, πρωτόγονη κοινωνία (κομμουνιστικού τύπου)
原美術館 はらびじゅつかん

ουσιαστικό

  1. 01 Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Χάρα
原像 げんぞう

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτότυπο άγαλμα
原発性胆汁性肝硬変 げんぱつせいたんじゅうせいかんこうへん

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτοπαθής χολική κίρρωση
原因療法 げんいんりょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 αιτιολογική θεραπεία
原子兵器 げんしへいき

ουσιαστικό

  1. 01 πυρηνικά όπλα
原肥 げんぴ

ουσιαστικό

  1. 01 βασική λίπανση, λίπασμα που προστίθεται κατά τη φύτευση
原型炉 げんけいろ

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτότυπος αντιδραστήρας
原始動物 げんしどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτόζωο
原始教会 げんしきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 πρώιμη εκκλησία, πρωταρχική εκκλησία
原詩 げんし

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτότυπο ποίημα
原拠 げんきょ

ουσιαστικό

  1. 01 βάση, αιτιολογικό υπόβαθρο
原子力発電環境整備機構 げんしりょくはつでんかんきょうせいびきこう

ουσιαστικό

  1. 01 Οργανισμός Διαχείρισης Πυρηνικών Αποβλήτων της Ιαπωνίας, Νούμο
原核細胞 げんかくさいぼう

ουσιαστικό

  1. 01 προκαρυωτικό κύτταρο
原油流出 げんゆりゅうしゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 πετρελαιοκηλίδα
原子力船 げんしりょくせん

ουσιαστικό

  1. 01 πυρηνοκίνητο πλοίο
原綿 げんめん

ουσιαστικό

  1. 01 ακατέργαστο βαμβάκι
原価を割って げんかをわって

άλλο

  1. 01 κάτω από το κόστος
原発性肺高血圧症 げんぱつせいはいこうけつあつしょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτοπαθής πνευμονική υπέρταση
原稿稼ぎ げんこうかせぎ

ουσιαστικό

  1. 01 βιοπορισμός από τη συγγραφή