194 αποτελέσματα για «夜»
夜間着陸訓練 やかんちゃくりくくんれん
ουσιαστικό
- 01 εκπαίδευση νυχτερινής προσγείωσης, νυχτερινή προσγείωση
夜開草 やかいそう
ουσιαστικό
- 01 γιακάισο (λουλούδι που ανθίζει τη νύχτα, Ipomoea alba)
夜香木 やこうぼく
ουσιαστικό
- 01 νυχτολούλουδο (Cestrum nocturnum), νυχτολούλουδο, κυρία της νύχτας, βασίλισσα της νύχτας
夜濯ぎ よすすぎ
ουσιαστικό
- 01 νυχτερινό πλύσιμο ρούχων (κατά τη διάρκεια της κορύφωσης του καλοκαιριού)
夜込み よごみ
ουσιαστικό
- 01 νυχτερινή επίθεση
夜飯 やはん
ουσιαστικό
- 01 βραδινό
夜叉五倍子 やしゃぶし
ουσιαστικό
- 01 γιασαμπούσι (είδος σκλήθρου)
夜食テロ やしょくテロ
ουσιαστικό
- 01 δημοσίευση ή προβολή εικόνων με ορεκτικά φαγητά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στην τηλεόραση κ.λπ. αργά τη νύχτα, νυχτερινή τρομοκρατία φαγητού
夜軍 よいくさ
ουσιαστικό
- 01 νυχτερινή μάχη
夜警国家 やけいこっか
ουσιαστικό
- 01 κράτος νυχτοφύλακας, ελάχιστο κράτος
夜すがら よすがら
επίρρημα
- 01 όλη τη νύχτα
夜分遅く やぶんおそく
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 αργά τη νύχτα, σε προχωρημένη ώρα
夜警 やけい
ουσιαστικό
- 01 Νυχτερινή Περίπολος (πίνακας ζωγραφικής του Ρέμπραντ του 1642)
夜
- 01 νύχτα
- 02 βράδυ