233 αποτελέσματα για «安»
安可愛 やすかわ
ουσιαστικό
- 01 φθηνός και χαριτωμένος
安定液 あんていえき
ουσιαστικό
- 01 αιώρημα, εναιώρημα αργίλου
安定解析 あんていかいせき
ουσιαστικό
- 01 ανάλυση ευστάθειας
安全保障貿易管理 あんぜんほしょうぼうえきかんり
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος εξαγωγών για λόγους ασφαλείας
安全インターロック あんぜんインターロック
ουσιαστικό
- 01 σύστημα ασφαλείας, διακόπτης ασφαλείας
安全設計要件 あんぜんせっけいようけん
ουσιαστικό
- 01 απαίτηση σχεδιασμού ασφαλείας
安全保護サービス あんぜんほごサービス
ουσιαστικό
- 01 υπηρεσία ασφαλείας
安全保護ラベル あんぜんほごラベル
ουσιαστικό
- 01 ετικέτα ασφαλείας
安全保護監査 あんぜんほごかんさ
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος ασφαλείας
安全保護監査証跡 あんぜんほごかんさしょうせき
ουσιαστικό
- 01 αρχείο καταγραφής ελέγχου ασφαλείας
安全保護能力 あんぜんほごのうりょく
ουσιαστικό
- 01 ικανότητες ασφαλείας
安全保護付きアクセス管理 あんぜんほごつきアクセスかんり
ουσιαστικό
- 01 ασφαλής διαχείριση πρόσβασης
安全保護方針 あんぜんほごほうしん
ουσιαστικό
- 01 πολιτική ασφαλείας
安全港 あんぜんこう
ουσιαστικό
- 01 ασφαλές λιμάνι
安東都護府 あんとうとごふ
ουσιαστικό
- 01 Γενική Προστασία για την Ειρήνευση της Ανατολής (κινεζικό διοικητικό γραφείο της περιόδου Τανγκ, το οποίο ιδρύθηκε στην Πιονγιάνγκ το 668 μ.Χ.)
安南都護府 アンナンとごふ
ουσιαστικό
- 01 Γενική Προτεκτοράτη του Ανάμ (διοικητικό αξίωμα της κινεζικής περιόδου των Τανγκ που ιδρύθηκε στο Ανόι το 622 μ.Χ.)
安西都護府 あんせいとごふ
ουσιαστικό
- 01 Ανσέι Τογκόφου (κινεζικό διοικητικό γραφείο της περιόδου των Τανγκ που ιδρύθηκε στο Σιντζιάνγκ το 640 μ.Χ.)
安泊まり やすどまり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φθηνή διαμονή κάπου
- 02 οικονομικό πανδοχείο
安福殿 あんぷくでん
ουσιαστικό
- 01 περίπτερο ιατρών (στα ανάκτορα Χεϊάν)
安息香酸ソーダ あんそくこうさんソーダ
ουσιαστικό
- 01 βενζοϊκό νάτριο